Κατάθεση νομοσχεδίου εμπορίας νωπών αγροτικών προϊόντων

ΒΟΥΛΗ ΘΕΜΑΤΑ

Κατατέθηκε το νομοσχέδιο για τη διακίνηση και την εμπορία νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων.
Με το υπόψη σχέδιο νόμου «Διακίνηση και εμπορία νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων και άλλες διατάξεις» το οποίο αποτελείται από τέσσερα (4) κεφάλαια, ρυθμίζονται διάφορα θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ). Συγκεκριμένα:

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΝΩΠΩΝ ΚΑΙ ΕΥΑΑΛΟΙΩΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΝΩΠΩΝ ΚΑΙ ΕΥΑΛΛΟΙΩΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ – ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Άρθρο 1
Ορισμοί – Αρμόδια αρχή 1. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α) «Παραγωγός»: αα) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο παράγει νωπά και ευαλλοίωτα εγχώρια αγροτικά προϊόντα και είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων (Μ.Α.Α.Ε.) της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3874/2010 (Α’ 151), ββ) οι αγροτικοί συνεταιρισμοί που είναι εγγεγραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο Αγροτικών Συνεταιρισμών και άλλων συλλογικών φορέων του άρθρου 19 του ν. 4384/2016 (Α’ 78), καθώς και οι αναγνωρισμένες ομάδες και οργανώσεις παραγωγών και οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, που διαθέτουν στην αγορά νωπά και ευαλλοίωτα εγχώρια αγροτικά προϊόντα των μελών τους, γγ) οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αγροτικών προϊόντων, οι οποίες επεξεργάζονται και διαθέτουν στην αγορά νωπά και ευαλλοίωτα εγχώρια αγροτικά προϊόντα που προμηθεύουν σ’ αυτές παραγωγοί, β) «Έμπορος»: αα) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει υποχρέωση εγγραφής στο Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών του ν. 3955/2011 (Α’ 89) και αγοράζει, μεταποιεί ή διαμεσολαβεί στην αγορά, με σκοπό την πώληση νωπών και ευαλλοίωτων εγχώριων αγροτικών προϊόντων, ββ) οι αγροτικοί συνεταιρισμοί που είναι εγγεγραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο Αγροτικών Συνεταιρισμών και άλλων συλλογικών φορέων του άρθρου 19 του ν. 4384/2016 (Α’ 78), οι οποίοι διαθέτουν στην αγορά νωπά και ευαλλοίωτα εγχώρια αγροτικά προϊόντα μη μελών τους, γ) «Εμπορική συναλλαγή»: κάθε συναλλαγή μεταξύ παραγωγών και εμπόρων, η οποία οδηγεί στην παράδοση νωπών και ευαλλοίωτων εγχώριων αγροτικών προϊόντων έναντι τιμήματος, δ) «Οφειλόμενο ποσό»: το ποσό που πρέπει να καταβληθεί μέσα στην προθεσμία πληρωμής του άρθρου 2, συμπεριλαμβανομένων και των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων που καθορίζονται στο τιμολόγιο, αφαιρούμενων των ποσών προκαταβολών, επιστροφών και εκπτώσεων επί του αναφερόμενου στο τιμολόγιο οφειλόμενου ποσού, ε) «Νωπά και ευαλλοίωτα αγροτικά προϊόντα»: τα νωπά αγροτικά προϊόντα του Παραρτήματος I. 2. Αρμόδια αρχή για την έλεγχο τήρησης και εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου είναι η Διεύθυνση Γεωργικών, Ζωικών, Κτηνιατρικών και Αλιευτικών Ελέγχων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στο εξής «αρμόδια αρχή».
Άρθρο 2
Εμπορική συναλλαγή Έμπορος που προμηθεύεται νωπά και ευαλλοίωτα αγροτικά προϊόντα από παραγωγό ο οποίος εκδίδει τιμολόγιο, οφείλει να εξοφλεί το τιμολόγιο του παραγωγού μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την έκδοσή του. Κάθε συμφωνία μεταξύ των μερών, που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, θεωρείται άκυρη.
Άρθρο 3
Πληρωμή – οφειλόμενο ποσό – έλεγχοι 1. Ο παραγωγός κοινοποιεί αμελλητί στην αρμόδια αρχή : α) ηλεκτρονικό αντίγραφο του τιμολογίου που έχει εκδώσει και αφορά νωπά και ευαλλοίωτα αγροτικά προϊόντα, β) ηλεκτρονικό αντίγραφο του σώματος της επιταγής, εφόσον η εξόφληση του οφειλόμενου ποσού πραγματοποιείται με έκδοση επιταγής, και γ) ηλεκτρονικά αντίγραφα των παραστατικών που καθορίζουν την τελική αξία της συναλλαγής, σύμφωνα με την περίπτ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1. 2. Η αρμόδια αρχή, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και, κατά περίπτωση, με κάθε άλλη δημόσια αρχή, διενεργεί τους ελέγχους της παρ. 3 σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. 3. Η αρμόδια αρχή αποστέλλει τα ηλεκτρονικά στοιχεία που της έχουν αποσταλεί σύμφωνα με την παρ. 1 στις αντίστοιχες τράπεζες για έλεγχο της καταβολής του τιμήματος σε τραπεζικό λογαριασμό ή εξόφλησης της επιταγής. Οι τράπεζες, μετά τον έλεγχο, διαβιβάζουν στην αρμόδια αρχή τη λίστα με τα τιμολόγια ή τις επιταγές που δεν έχουν εξοφληθεί. Για τις συναλλαγές, που αφορούν νωπά και ευαλλοίωτα αγροτικά προϊόντα δεν ισχύει το τραπεζικό απόρρητο ως προς τη διαπίστωση της εμπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου ποσού. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διαδικασία των ελέγχων, τη δαπάνη αυτών, τη διαδικασία ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής, τη διαδικασία και τις τεχνικές προδιαγραφές για τη διαβίβαση και την ασφάλεια, καθώς και την επεξεργασία των στοιχείων των παρ. 1 και 3.
Άρθρο 4
Κυρώσεις 1. Αν ο έμπορος παραβεί τη διάταξη του άρθρου 2, του επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 30% της αξίας του τιμολογίου. 2. Αν ο παραγωγός δεν διαβιβάσει τα ηλεκτρονικά στοιχεία της παρ. 1 του άρθρου 3, του επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 5% της αξίας του τιμολογίου. 3. Αν ο έμπορος υποπέσει στην παράβαση της παρ. 1 για τρίτη φορά, διαγράφεται για ένα (1) έτος από το Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών του ν. 3955/2011 και δεν του επιτρέπεται η εμπορία νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων κατά το χρονικό διάστημα της διαγραφής του. 4. Αν ο έμπορος συνεχίζει την εμπορία των νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων κατά το χρονικό διάστημα της διαγραφής του από το Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών του ν. 3955/2011, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, του επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. 5. Οι κυρώσεις των παρ. 1, 2 και 3 επιβάλλονται με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας αρχής. Η κύρωση της παρ. 4 επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας αρχής. 6. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται βεβαιώνονται ως δημόσια έσοδα, εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και αποτελούν έσοδα του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΓΑΛΑ, ΣΤΑ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΡΕΑΣ
Άρθρο 5
Υποχρεωτική επισήμανση προέλευσης στο γάλα 1. Η επισήμανση της προέλευσης του γάλακτος και του γάλακτος ως συστατικού στα γαλακτοκομικά προϊόντα, προσυσκευασμένα ή μη, που αναφέρονται στο Παράρτημα II, είναι υποχρεωτική και περιλαμβάνει τις εξής ενδείξεις: α) «χώρα αρμέγματος: το όνομα της χώρας όπου έγινε το άρμεγμα», β) «χώρα επεξεργασίας: το όνομα της χώρας όπου έγινε η επεξεργασία του γάλακτος», γ) «χώρα συσκευασίας: το όνομα της χώρας όπου έγινε η συσκευασία του προϊόντος». 2. Αν το άρμεγμα, η επεξεργασία και η συσκευασία του γάλακτος και του γάλακτος ως συστατικού σε γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν γίνει στην ίδια χώρα, η ένδειξη προέλευσης στο τελικό προϊόν μπορεί να αποδοθεί ενιαία ως «Προέλευση: Όνομα χώρας». 3. Αν το άρμεγμα, η επεξεργασία και η συσκευασία του γάλακτος και του γάλακτος ως συστατικού σε γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν γίνει σε περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ένδειξη προέλευσης στο τελικό προϊόν μπορεί να αποδοθεί ενιαία ως «προέλευση Ε.Ε.». 4. Αν το άρμεγμα, η επεξεργασία και η συσκευασία του γάλακτος και του γάλακτος ως συστατικού σε γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν γίνει σε περισσότερες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ένδειξη προέλευσης στο τελικό προϊόν μπορεί να αποδοθεί ενιαία ως «προέλευση εκτός Ε.Ε.». 5. Η αναγραφή των ενδείξεων των παρ. 1, 2, 3 και 4 γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού (EE) 1169/2011 και με τρόπο ανεξίτηλο, τόσο για τα προσυσκευασμένα όσο και για τα μη προσυσκευασμένα τελικά προϊόντα στα σημεία λιανικής πώλησης.
Άρθρο 6
Έλεγχος – Κυρώσεις 1. Οι έλεγχοι των επιχειρήσεων για τη συμμόρφωση στις διατάξεις του άρθρου 5 διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της. 175180/2011 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β’ 1721), της. 1678/111284/2015 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β’ 2257) και της. 15523/2006 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β’ 1187). 2. Στους παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 5 επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στο σημείο 14 του τομέα τροφίμων της περίπτ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 23 του ν. 4235/2014 (Α’ 32).
Άρθρο 7
Ρήτρα αμοιβαίας αναγνώρισης Τα τελικά προϊόντα που αναφέρονται στο Παράρτημα II, τα οποία νομίμως παράγονται ή αποτελούν αντικείμενο εμπορίας σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα, δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 5 και 6.
Άρθρο 8
Αξιολόγηση – Εξουσιοδοτική διάταξη 1. Η Διεύθυνση Κτηνοτροφικών Υποδομών και Μεταποίησης Ζωικών Προϊόντων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αξιολογεί την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 και πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος τριάντα (30) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος υποβάλλει προτάσεις στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. 2. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα που αφορούν τον τρόπο αναγραφής των ενδείξεων του άρθρου 5.
Άρθρο 9
Υποχρεωτική επισήμανση καταγωγής – προέλευσης στο κρέας Οι επιχειρήσεις, όπως τα κρεοπωλεία και τα καταστήματα λιανικής πώλησης που έχουν τμήμα κρεοπωλείου, οι οποίες απασχολούνται με τη λιανική πώληση προσυσκευασμένου ή μη νωπού κρέατος, διατηρημένου με απλή ψύξη και κατεψυγμένου κρέατος βοοειδών, χοιροειδών, αιγοπροβάτων και πουλερικών, καθώς και κιμά, σπλάχνων και λοιπών βρώσιμων μερών του κρέατος, πέραν των άλλων υποχρεώσεών τους σχετικά με την επισήμανση καταγωγής – προέλευσης στο κρέας, όπως αυτές κάθε φορά προβλέπονται στην ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, υποχρεούνται να: α) αναγράφουν το είδος κρέατος, τη χώρα καταγωγής ή τις χώρες εκτροφής και χώρα σφαγής στα παραστατικά που εκδίδονται από τον φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό που χρησιμοποιούν, όπως ταμειακές μηχανές, φορολογικοί εκτυπωτές, Αυτόνομη Δημοσιονομική Μονάδα Επεξεργασίας – ΑΔΗΜΕ, Ειδική Ασφαλής Φορολογική Διάταξη Σήμανσης Στοιχείων – ΕΑΦΔΔΣ, ολογράφως ή με συντομογραφία, καθώς και το βάρος των πωλούμενων ποσοτήτων. Ο όρος «καταγωγή» χρησιμοποιείται μόνο για το κρέας που λαμβάνεται από ζώα τα οποία έχουν γεννηθεί, εκτραφεί και σφαγεί και, ως εκ τούτου, παραχθεί εξ ολοκλήρου, σε ένα μόνο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα. Στην ειδική περίπτωση του κρέατος βοοειδών «ελληνικής εκτροφής άνω των 5 μηνών» μπορεί να αναγραφεί αντί των χωρών εκτροφής η ένδειξη «ελληνικής εκτροφής άνω των 5 μηνών» και η χώρα γέννησης, β) θέτουν υπόψη των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών τη μηνιαία εκτύπωση δελτίου αναφοράς «Ζ» ειδών κατά περίπτωση από τον φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό που χρησιμοποιούν, καθώς και την εκτύπωση δελτίου αναφοράς «Χ» ειδών κατά περίπτωση. Η εκτύπωση της αναφοράς «Ζ» ειδών πριν από το τέλος του μήνα επιτρέπεται εφόσον η επιχείρηση προβεί προηγουμένως σε εκτύπωση των προ του μηδενισμού κινήσεων που δεν αποτυπώνονται σε προηγούμενη εκτύπωση (έκδοση δελτίου αναφοράς ειδών «Χ» από την έκδοση του προηγούμενου δελτίου αναφοράς «Ζ»), γ) προγραμματίσουν, στην περίπτωση ταμειακών μηχανών, τα είδη στην ταμειακή μηχανή και ο χειριστής να εισάγει σε κάθε πώληση το ακριβές βάρος κάθε πωλούμενου προϊόντος. Αν η εν λόγω ταμειακή μηχανή δεν αναγνωρίζει ζυγιζόμενα είδη, ο χειριστής υποχρεούται να εισάγει σε κάθε πώληση το ακριβές βάρος για το κάθε πωλούμενο είδος στον αντίστοιχο κωδικό είδους. Σε όσες επιχειρήσεις υπάρχει εφαρμογή εμπορικής διαχείρισης που καθοδηγεί το φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό, οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές μπορεί να αναζητούν πληροφορίες κατά τη διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου από αυτή, δ) διατηρούν για τρία (3) έτη από την ημερομηνία πώλησης του κρέατος τη μηνιαία εκτύπωση αναφοράς «Ζ» ειδών που προκύπτει από τον φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό που χρησιμοποιούν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 10
Τροποποίηση διατάξεων του ν.δ. 420/1970 1. Το άρθρο 35 του ν.δ. 420/1970 (Α ’27) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η εκμετάλλευση των ιχθυοτρόφων υδάτων (δημοσίων φυσικών ιχθυοτροφείων, δηλαδή λιμνοθάλασσες, ιχθυοτρόφες λίμνες, θαλάσσιοι και παραλιακοί χώροι και ποτάμια) γίνεται με τις διατάξεις του παρόντος Τμήματος (Άρθρα 35 έως 64), με σκοπό την βιώσιμη και αειφόρο αλιευτική εκμετάλλευση και την καλύτερη αξιοποίηση των αλιευτικών προϊόντων, με γνώμονα τη διασφάλιση της οικολογικής τους ισορροπίας και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. 2. Η εκμίσθωση των ιχθυοτρόφων υδάτων, διενεργείται: α) με εκμίσθωση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Κεφαλαίου Γ του παρόντος Τμήματος (Άρθρα 50 έως 59), σε αλιευτικούς συνεταιρισμούς που λειτουργούν και τηρούν τις προϋποθέσεις του νόμου ν. 4384/2016. β) με εκμίσθωση με δημοπρασία σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β’ (Άρθρα 38 έως 49). γ) με απευθείας εκμετάλλευση από το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Δ’ (Άρθρα 60 έως 61). δ) και με τις ειδικές περιπτώσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου Ε’ (Άρθρα 62 έως 64). 3. Για την εκμίσθωση ακολουθείται η εξής διαδικασία: i. Ο διενεργών τη μίσθωση καταρτίζει ξεχωριστά λίστες των ενδιαφερομένων για κάθε μια από τις περιπτώσεις α,β,δ. της παραγράφου 2. ϋ. Ο διενεργών τη μίσθωση επιλέγει τον μισθωτή αρχίζοντας από την λίστα α, και όταν αυτή εξαντληθεί συνεχίζει με τους υποψηφίους της β, και όταν αυτή εξαντληθεί με τους υποψηφίους της λίστας δ. iii. Σε περίπτωση που δεν τελεσφορήσει η ως άνω διαδικασία, για το σύνολο των ανωτέρω υποψηφίων, η εκμετάλλευση των ιχθυοτρόφων υδάτων της παραγράφου 1 γίνεται σύμφωνα με την περίπτωση γ. 4. Οι αρμόδιες υπηρεσίες των Περιφερειών κατά το άρθρο 186 του ν. 3852/2010 καθώς και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, στους οποίους έχει γίνει παραχώρηση κατά χρήση λιμνοθαλάσσιων εκτάσεων κυριότητας Δημοσίου, μπορούν να τις εκμισθώνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του Τμήματος Β’ (Άρθρα 35 έως 64) 5. Στα κατά την παρ. 1, μισθωμένα ιχθυοτρόφα ύδατα, δύναται να παρέχονται υπηρεσίες «αλιευτικού τουρισμού», κατά τα οριζόμενα στον ν. 4070/2012 (Α’ 82) όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 του ν. 4179/2013 (ΑΊ75) και ισχύει και δράσεις οικοτεχνίας σύμφωνα με τον ν. 4235/2014 (Α’32). 6. Οι υπηρεσίες αλιείας της οικείας Περιφέρειας, ανεξαρτήτως του φορέα που διενεργεί την μίσθωση και για το σύνολο των μισθώσεων με τις διαδικασίες του άρθρου 35, συντάσσουν, εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, έκθεση αξιολόγησης του μισθίου, η οποία θα ανανεώνεται κάθε τρία (3) χρόνια. Στις εκθέσεις αυτές τεκμηριώνεται το μέσο και το ελάχιστο εκτιμώμενο επίπεδο ποσότητας και αξίας παραγωγής, ο ελάχιστος αριθμός των θέσεων εργασίας και προσδιορίζονται οι αναγκαίες παρεμβάσεις τόσο της βελτίωσης των δημοσίων υποδομών όσο και της περιβαλλοντικής προστασίας ή/και αποκατάστασης του μισθίου σύμφωνα με τις προτάσεις του φορέα διαχείρισης στις προστατευόμενες περιοχές και όπου αυτός υφίσταται. Στην τεκμηρίωση λαμβάνεται υπ’ όψη η έκταση του μισθωμένου χώρου, τα συγκριτικά στοιχεία προηγούμενων ετών εκμετάλλευσης, τα αποτελέσματα της εκμετάλλευσης άλλων ομοειδών μισθίων της Περιφέρειας, οι επιπτώσεις από έκτακτες συνθήκες. Τα δεδομένα της έκθεσης αυτής, σε συνδυασμό με αυτά των ετησίων εκθέσεων του άρθρου 53 του παρόντος, λαμβάνονται υπόψη, κατά τη διαδικασία των μισθώσεων και των όρων που τίθενται σε αυτές σύμφωνα με το άρθρο 35, καθώς και στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 του παρόντος. 7. Οι υπηρεσίες Αλιείας που έχουν την αρμοδιότητα διαχείρισης των δημόσιων ιχθυοτροφείων, εντός 6 μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, μπορούν να προβούν σε διαδικασία μίσθωσης των δημόσιων ιχθυοτροφείων που βρίσκονται εκτός εκμετάλλευσης. 8. Το σύνολο των υφιστάμενων, μέχρι την δημοσίευση του παρόντος, εγκαταστάσεων και κτιριακών υποδομών των Δημόσιων Ιχθυοτροφείων, που είναι απαραίτητα για την ιχθυοτροφική τους εκμετάλλευση, και ανεγέρθηκαν από το ελληνικό Δημόσιο, ή τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θεωρούνται ότι ανεγέρθηκαν νόμιμα, κατόπιν έκδοσης για τον σκοπό αυτό διαπιστωτικής πράξης της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, Η Πολεοδομική Υπηρεσία εκδίδει την ανωτέρω διαπιστωτική πράξη με την υποβολή σε αυτήν τεχνικής έκθεσης, με δαπάνες του μισθωτή, συνοδευόμενης από τοπογραφική αποτύπωση των προς την νομιμοποίηση εγκαταστάσεων. Προϋπόθεση για την έκδοση της σχετικής πράξης είναι η σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Υπηρεσίας Αλιείας καθώς και, σε περίπτωση που οι υποδομές αυτές βρίσκονται εντός Εθνικών Πάρκων, του Φορέα Διαχείρισης.» 2. Η παρ. 4 του άρθρου 38 του ν.δ. 420/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Στην εκμίσθωση μέσω δημοπρασίας των προηγούμενων παραγράφων ακολουθείται η εξής διαδικασία:. α. Συγκροτούνται δυο λίστες από τον διενεργούντα τη μίσθωση. Η πρώτη αποτελείται από τους ενδιαφερόμενους αλιευτικούς συνεταιρισμούς και η δεύτερη από ενδιαφερόμενους ιδιώτες. β. Ο διενεργών τη δημοπρασία, επιλέγει από την πρώτη λίστα τον πλειοδότη και εφόσον εξαντληθούν οι ενδιαφερόμενοι από την πρώτη λίστα προχωρεί στην επιλογή πλειοδότη από τη δεύτερη λίστα.» 3. Μετά την παρ. 4 του άρθρου 38 του ν.δ. 420/1970 προστίθεται παρ. 5 ως εξής: «5. Για τις διαδικασίες μίσθωσης του κεφαλαίου Β του παρόντος Τμήματος εφαρμόζονται και τα άρθρα 53 και 54.» 4. Το άρθρο 45 του ν.δ. 420/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι συμβατικές δόσεις των μισθωμάτων των δημοσίων ιχθυοτροφείων, θυννείων, λιμνών, ποταμών που μισθώνονται με δημοπρασία, αυξομειώνονται σε ποσοστό που αντιστοιχεί στη μεταβολή της αξίας της παραγωγής εάν αυτή παρουσιάζει αύξηση ή μείωση τουλάχιστον κατά 20% συγκριτικά με την υπολογιζόμενη αξία συνολικής παραγωγής του συγκεκριμένου αλιευτικού έτους, με βάση τις τιμές χονδρικής πώλησης όπως αυτές έχουν καταχωρηθεί στο «Πρακτικό Καταχώρησης Μέσων Τιμών Χονδρικής Πώλησης», που υπογράφεται μαζί με τη σύμβαση μίσθωσης και δύναται να επικαιροποιείται ανά έτος.». 5. Το άρθρο 46 του ν.δ. 420/1970 (Α ’27) αντικαθίσταται ως εξής: «Η στο άρθρο 45 αυξομείωση των μισθωμάτων γίνεται με απόφαση του διενεργούντα την εκμίσθωση, μετά από εισήγηση της αρμόδιας Υπηρεσίας Αλιείας της Περιφέρειας και εφαρμόζεται στο χρονικό διάστημα που γίνεται από τη σύμβαση απαιτητή η επόμενη δόση του μισθώματος ή, αν αφορά την τελευταία δόση, η εφαρμογή γίνεται μέχρι τη λήξη της σύμβασης. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί εσκεμμένη μείωση της τιμής των αλιευμάτων ο μισθωτής υπόκεινται στις κυρώσεις της κείμενης νομοθεσίας.» 6. Το άρθρο 48 του ν.δ. 420/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο πλειοδότης υποχρεούται να προσκομίσει εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης, από αναγνωρισμένο πιστωτικό ίδρυμα. Η εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης σε περίπτωση δημοπρασίας ισούται με το ποσό του ετησίου μισθώματος και αναπροσαρμόζεται αναλόγως.» 7. Το άρθρο 50 του ν.δ. 420/1970 (Α ’27) «Αλιευτικός Κώδικας» όπως ισχύει αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι ΟΤΑ δύνανται να εκμισθώνουν τα ιχθυοτρόφα ύδατα χωρίς δημοπρασία, σε αλιευτικούς συνεταιρισμούς της διοικητικής τους περιφέρειας, με απευθείας ανάθεση 2. Η χρονική διάρκεια της μίσθωσης είναι 5 έτη. 3. Η μίσθωση μπορεί να έχει διάρκεια μέχρι 10 έτη, εφόσον ο μισθωτής έχει εντάξει το μίσθιο σε συγχρηματοδοτούμενο πρόγραμμα. Η αναμίσθωση στον ίδιο Αλιευτικό Συνεταιρισμό μπορεί να επαναλαμβάνεται, εφόσον καλύπτονται οι όροι της παρ.4 του παρόντος άρθρου και αυτός πληροί τις προϋποθέσεις του Ν.4384/2016. Μετά τη, με οποιοδήποτε τρόπο, λύση της μίσθωσης, οι ΟΤΑ μπορούν εκ νέου να μισθώσουν τα ιχθυοτρόφα ύδατα σύμφωνα με το άρθρο 35 του παρόντος. 4. Η αναμίσθωση σε αλιευτικό συνεταιρισμό γίνεται εφόσον ο μισθωτής αλιευτικός συνεταιρισμός διατηρεί επιτυχημένη εκμετάλλευση. Ως επιτυχημένη εκμετάλλευση ορίζεται η επίτευξη των στόχων της μίσθωσης όπως προσδιορίζονται στις εκθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 35 και διαπιστώνεται κατά την διάρκεια της μίσθωσης με την διαδικασία του άρθρου 53 του παρόντος. Η αίτηση αναμίσθωσης υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο μισθωτή τουλάχιστον 4 μήνες πριν την λήξη της μίσθωσης και όχι προ του τελευταίου έτους της και συνοδεύεται από τεχνική έκθεση τεκμηρίωσης της επιτυχίας της εκμετάλλευσης. Οι χρονικοί περιορισμοί που τίθενται στο παρόν άρθρο δεν ισχύουν για τις περιπτώσεις που απαιτείται αναμίσθωση για ένταξη σε επενδυτικά προγράμματα, διατηρούμενων των προϋποθέσεων διαπίστωσης της επιτυχημένης εκμετάλλευσης που τίθενται στο παρόν.» 8. Οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 51 του ν.δ. 420/1970 όπως ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής: « 1. Το ετήσιο μίσθωμα για την εκμίσθωση δημόσιων ιχθυοτρόφων υδάτων σε αλιευτικούς συνεταιρισμούς με την διαδικασία της απευθείας μίσθωσης συνίσταται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί της αξίας των αλιευμάτων του μισθωμένου ιχθυοτρόφου ύδατος που αλιεύονται από τον μισθωτή αλιευτικό συνεταιρισμό. Η αξία της παραγωγής του μισθίου που διατίθεται δωρεάν με ελεύθερη βούληση και ευθύνη του μισθωτή και σε συνεννόηση με τον εκμισθωτή σε ευαγή ιδρύματα ή σε δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης δεν υπόκειται σε φορολόγηση ή σε αποδόσεις υπέρ του εκμισθωτή και του μισθίου που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Το μίσθωμα αποδίδεται σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις στον κωδικό εσόδων 2222 «μισθώματα Ιχθυοτροφείων». Η πρώτη δόση καταβάλλεται εντός του Οκτωβρίου και η δεύτερη εντός του Μαρτίου, για κάθε ιχθυοτροφικό έτος της μίσθωσης. Οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης των συμβάσεων τις οποίες υποχρεούνται να προσκομίσει ο μισθωτής σε περίπτωση απευθείας ανάθεσης , αντιστοιχούν σε χρηματικό ποσόν ίσο με το 20% της ελάχιστης αξίας του μισθώματος που προκύπτει από την έκθεση της παρ.5 του άρθρου 35 του παρόντος. Οι υφιστάμενες ανωτέρω εγγυήσεις κατά την υπογραφή της παρούσας προσαρμόζονται κατά τα ανωτέρω. Σε περίπτωση έκπτωσης μισθωτή, ή λήξης της σύμβασης μίσθωσης, αν υπάρχουν χρέη από μισθώματα, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Οφειλόμενα ποσά τα οποία υπερβαίνουν το ποσό της εγγυητικής επιστολής βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τον κώδικα είσπραξης Δημοσίων εσόδων. 2. Σε ιχθυοτρόφα ύδατα, όπου επιτρέπεται η δραστηριότητα των ελευθέρων επαγγελματιών αλιέων, αυτοί αποδίδουν στον μισθωτή, ανεξαρτήτως του τρόπου μίσθωσης, ως δικαίωμα αλιείας το δέκα τοις εκατό (10%) της αλιευόμενης αξίας της καθημερινής αλιευτικής παραγωγής τους. Αν ο μισθωτής είναι αλιευτικός συνεταιρισμός από αυτό το «δικαίωμα αλιείας» αποδίδει το δέκα τοις εκατό (10%). 3. Στις συμβάσεις μίσθωσης ορίζεται ελάχιστο μίσθωμα όπως προκύπτει από την εκτιμώμενη κατώτατη ποσότητα αλιευμάτων και αξία αυτής καθώς και ελάχιστος αριθμός απασχολούμενων σύμφωνα με την τεκμηρίωση της έκθεσης της παρ.5 του άρθρου 35 του παρόντος. Το ελάχιστο εκτιμώμενο μίσθωμα μπορεί να αναθεωρείται σύμφωνα με τις προβλέψεις της παρ.5 του άρθρου 35 του παρόντος μετά από τεκμηριωμένη εισήγηση της επιτροπής του άρθρου 53 του παρόντος εφόσον πιστοποιηθεί ότι συνέτρεξαν κλιματολογικές ή περιβαλλοντικές κρίσεις μεγάλης κλίμακας και εξαιτίας αυτών η παραγωγή μειώθηκε πέραν της ελαχίστης.» 9. Το άρθρο 53 του ν.δ. 420/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «Συστήνεται Επιτροπή Ελέγχου Μισθωμένων Ιχθυοτρόφων Υδάτων της οικείας Περιφερειακής Ενότητας η οποία συγκροτείται με απόφαση του Περιφερειάρχη και απαρτίζεται από έναν ιχθυολόγο της υπηρεσίας Αλιείας της Περιφέρειας, από έναν ιχθυολόγο της υπηρεσίας Αλιείας της αρμόδιας Περιφερειακής Ενότητας, ως Πρόεδρο της Επιτροπής και έναν Οικονομικό Υπάλληλο της Περιφέρειας, με τους αναπληρωτές τους. Σε περίπτωση που δεν υφίστανται οι σχετικές ειδικότητες, ορίζεται ως μέλος της επιτροπής υπάλληλος παρεμφερούς ειδικότητας. Στα ιχθυοτρόφα ύδατα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο και βρίσκονται σε καθεστώς μίσθωσης, ανεξαρτήτως του φορέα του διενεργούντα τη μίσθωση, διεξάγεται έλεγχος κάθε αλιευτικό έτος, που λήγει την τελευταία ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου, για τα αποτελέσματα της εκμετάλλευσης τους, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις εκτιμήσεις της έκθεσης αξιολόγησης της παραγράφου 5 του άρθρου 35 του παρόντος. Ο έλεγχος διενεργείται από την Επιτροπή Ελέγχου Μισθωμένων Ιχθυοτρόφων Υδάτων της οικείας Περιφερειακής Ενότητας. Η ετήσια έκθεση υποβάλλεται το αργότερο έως το τέλος Μαΐου του τρέχοντος έτους στο φορέα που διενεργεί τη μίσθωση, στη Γενική Διεύθυνση Αλιείας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κοινοποιείται στο μισθωτή και αναρτάται κατά τα οριζόμενα στο ν. 3861/2010.» 10. Το άρθρο 54 του ν.δ. 420/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι δαπάνες εκμετάλλευσης και συντήρησης του ιχθυοτροφείου βαρύνουν τον μισθωτή. Τα έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης κατατεθειμένα ή οφειλόμενα ποσά στο λογαριασμό βελτιωτικών έργων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν έως την εξάντληση τους ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα του μισθωτή αποκλειστικά για την κατασκευή μόνιμων έργων και εξοπλισμού κυριότητας του Δημοσίου καθώς και για την πληρωμή έργων αποκατάστασης του ιχθυοτροφείου, ύστερα από ακραία καιρικά και περιβαλλοντικά φαινόμενα.» 11. Εντός 6 μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, οι υφιστάμενες συμβάσεις μίσθωσης μεταξύ ΟΤΑ και αλιευτικών συνεταιρισμών, τροποποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 11
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3955/2011 Όπου στο ν. 3955/2011 αναφέρεται η Διεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής και Τεκμηρίωσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, νοείται εφεξής η Διεύθυνση Γεωργικών, Ζωικών, Κτηνιατρικών και Αλιευτικών Ελέγχων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Η περίπτ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3955/2011, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4235/2014 (Α’32), αντικαθίσταται ως εξής: «β) Η ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης – υπεύθυνης δήλωσης γίνεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 και την παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ. 150/2001 (Α’ 125).»
Άρθρο 12
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 2637/1998 Οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 19 του ν. 2637/1998 (Α’200), όπως το άρθρο αυτό έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2732/1999 (ΑΊ54), αντικαθίστανται ως εξής: «1.Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι εννεαμελές (9) και αποτελείται από: α) τον Πρόεδρο, β) δύο (2) Αντιπροέδρους, γ) ένα (1) Γενικό Διευθυντή, οι οποίοι επιλέγονται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μεταξύ επιστημόνων, με γνώσεις ή εμπειρία στο αντικείμενο, δ) έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών που προτείνεται, μαζί με τον αναπληρωτή του, από τον Υπουργό Οικονομικών, ε) δύο (2) εκπροσώπους του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που επιλέγονται μαζί με τους αναπληρωτές τους, από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στ) έναν εκπρόσωπο (1) του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, που προτείνεται, μαζί με τον αναπληρωτή του, από τον φορέα αυτό, ζ) έναν (1) εκπρόσωπο των εργαζομένων στον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., που εκλέγεται, μαζί με τον αναπληρωτή του, από τη γενική συνέλευση των εργαζομένων. 2. Τα μέλη του ΔΣ ορίζονται με τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται για άλλη μία τριετία. 3. Τα μέλη του Δ.Σ. με τους αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αν οι φορείς των περιπτ. στ’ και ζ’ της παρ. 1 δεν προτείνουν τους εκπροσώπους τους μέσα στην προθεσμία που τάσσει ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με έγγραφο του, το ΔΣ συγκροτείται νομίμως και λειτουργεί χωρίς την συμμετοχή των εκπροσώπων των φορέων αυτών. Το ΔΣ έχει απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον πέντε (5) από τα μέλη του, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ο πρόεδρος ή ένας (1) από τους αντιπροέδρους. Το ΔΣ συγκαλείται με έγγραφη πρόσκληση του προέδρου του, τακτικά, μια φορά τον μήνα και, εκτάκτως, όταν κρίνεται απαραίτητο από τον Πρόεδρο ή όταν ζητηθεί εγγράφως τουλάχιστον από πέντε (5) μέλη του ΔΣ.»
Άρθρο 13
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4384/2016 1. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 12 του άρθρου 27 του ν. 4384/2016, αντικαθίσταται ως εξής: «Ο Οργανισμός Διαχείρισης Ακινήτων Γαιών και Εξοπλισμών (ΟΔΙΑΓΕ) του άρθρου 41 διαθέτει το υπόλοιπο του ενεργητικού που απομένει σε άλλον ΑΣ ή για την υποστήριξη δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας». 2. Μετά το άρθρο 31 του ν. 4384/2016 προστίθεται άρθρο 31α ως εξής: «Άρθρο 31α Ομοσπονδίες και Συνομοσπονδία Αγροτικών Συνεταιρισμών 1. Αγροτικοί Συνεταιρισμοί που αποτελούν τουλάχιστον ποσοστό 51% του συνολικού αριθμού των Αγροτικών Συνεταιρισμών που έχουν την έδρα τους στην ίδια Περιφέρεια και είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο του άρθρου 19 μπορούν να συνιστούν Ομοσπονδία Αγροτικών Συνεταιρισμών, (Ο.Α.Σ.).Σε μία Ο.Α.Σ. μπορεί να συμμετέχουν και ΚΑΣ του άρθρου 31, που έχουν την έδρα της στην ίδια Περιφέρεια. 2. Η Ο.Α.Σ. εκπροσωπεί τα μέλη της ενώπιον κάθε Αρχής και μεριμνά για την ανάπτυξη των συνεταιρισμών, την ενθάρρυνση των συνεταιριστικών συνεργασιών και την προώθηση των συνεταιριστικών αρχών και της συνεταιριστικής εκπαίδευσης σε συνεργασία με το Ταμείο Αγροτικής Συνεταιριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης του άρθρου 39. 3. Η γενική συνέλευση της Ο.Α.Σ. συγκροτείται από τους αντιπροσώπους των μελών της, που εκλέγονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα καταστατικά τους. 4. Ομοσπονδίες Αγροτικών Συνεταιρισμών που αποτελούν τουλάχιστον ποσοστό 51% του συνολικού αριθμού των ΟΑΣ μπορούν να συνιστούν την Συνομοσπονδία Αγροτικών Συνεταιρισμών Ελλάδας, (Σ.Α.Σ.Ε.), η οποία αποτελεί το ανώτατο όργανο επαγγελματικής εκπροσώπησης των Ο.Α.Σ. και ΚΕΑΣ του άρθρου 31. Στην Σ.Α.Σ.Ε. μπορεί να συμμετέχουν και ΚΕΑΣ. 5. Η ΣΑ Σ. Ε εκπροσωπεί τα μέλη της στο εσωτερικό και το εξωτερικό και φροντίζει για την τήρηση των διεθνών συνεταιριστικών αρχών και αξιών από τα μέλη της. Ασκεί κάθε δραστηριότητα για την προαγωγή των συμφερόντων των μελών της, διαδίδει με κάθε πρόσφορο μέσο την ιδέα του συνεργατισμού και παρέχει κάθε βοήθεια στα μέλη της για την επίτευξη των σκοπών και των δραστηριοτήτων της. 6. Η γενική συνέλευση της Σ.Α.Σ.Ε συγκροτείται από τους αντιπροσώπους των Ο.Α.Σ. και ΚΕΑΣ, οι οποίοι εκλέγονται σύμφωνα με το καταστατικό της Σ.Α.Σ.Ε. 7. Τα καταστατικά των Ο.Α.Σ. και της Σ.Α.Σ.Ε εγκρίνονται από τα Ειρηνοδικεία της έδρας τους. Οι ανωτέρω οργανώσεις καταθέτουν στην αρμόδια αρχή του άρθρου 18 το εγκεκριμένο καταστατικό τους. Τα καταστατικά των Ο.Α.Σ. και της Σ.Α.Σ.Ε. καθορίζουν τα θέματα που διέπουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου. Θέματα σχετικά με της αρχαιρεσίες, τη σύγκληση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου των Ο.Α.Σ. και της Σ.Α.Σ.Ε. διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου περί ΑΣ. Οι Ο.Α.Σ. και η Σ.Α.Σ.Ε. δεν ασκούν εμπορικές δραστηριότητες.» 3. α) Οι Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ) του άρθρου 33 του ν. 4384/2016 (Α’78) και του άρθρου 6 του ν. 4015/2011 (Α’ 210) που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο του άρθρου 19 του ν. 4384/2016, μπορούν να μετατρέπονται σε αγροτικούς συνεταιρισμούς (ΑΣ) του ν. 4384/2016 με συγχώνευση των Αγροτικών Συνεταιρισμών μετόχων τους. β) Για τη μετατροπή των Αγροτικών Εταιρικών Συμπράξεων σε Αγροτικούς Συνεταιρισμούς απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ΑΕΣ και απόφαση των ΑΣ μετόχων της, που λαμβάνονται σύμφωνα με την αυξημένη απαρτία της παρ. 3 του άρθρου 13 και την αυξημένη πλειοψηφία της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4384/2016 αντίστοιχα. Η γενική συνέλευση της ΑΕΣ εγκρίνει το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης – μετατροπής, το οποίο συντάσσεται από τα Διοικητικά Συμβούλια όλων των συγχωνευόμενων ΑΣ μετόχων της, καθώς και από το διοικητικό συμβούλιο της μετατρεπόμενης ΑΕΣ και περιλαμβάνει τους όρους της συγχώνευσης και την αξία της μερίδας του νέου ΑΣ. γ) Το καταστατικό του ΑΣ που προέρχεται από τη μετατροπή συντάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4384/2016 περί ΑΣ. Οι συνεταιρικές μερίδες θα είναι ίσης αξίας με την αξία των μετοχών που κατείχε ο κάθε ΑΣ που συγχωνεύεται πριν την μετατροπή-συγχώνευση. Μέλη του νέου ΑΣ είναι τα φυσικά πρόσωπα μέλη των ΑΣ που συγχωνεύονται. δ) Από την καταχώριση του καταστατικού του ΑΣ που προέρχεται από τη μετατροπή στο βιβλίο αγροτικών συνεταιρισμών που τηρείται στο Ειρηνοδικείο της έδρας του ΑΣ, συντελείται η μετατροπή και ο ΑΣ υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΑΕΣ που μετατράπηκε και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες της χωρίς τη διακοπή τους. ε) Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τη διαδικασία της μετατροπής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 24 και της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 4384/2016. στ) ΑΣ που είναι μέτοχοι των ΑΕΣ που μετατρέπονται και δεν επιθυμούν τη συγχώνευση – μετατροπή, μπορούν να αποχωρήσουν λαμβάνοντας την αξία των μετοχών που κατέχουν στην ΑΕΣ που μετατρέπεται. ΑΕΣ που είναι μέτοχος ΑΕΣ που αποφάσισε να μετατραπεί σε ΑΣ, αποχωρεί λαμβάνοντας την αξία των μετοχών που κατέχει στην ΑΕΣ που μετατρέπεται. 4. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 4384/2016 προστίθεται εδάφιο το κείμενο του οποίου έχει ως εξής: «Οι οργανώσεις παραγωγών προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας και οι ενώσεις τους, του Κανονισμού (EE) αριθ. 1379/2013, μπορούν επιπλέον να αποτελούν και νομικά πρόσωπα του αστικού δικαίου.» 5. Μετά την παρ. 7 του άρθρου 41 του ν. 4384/2016, προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ο ΟΔΙΑΓΕ χρηματοδοτείται για την έναρξη λειτουργίας του από τον κρατικό προϋπολογισμό με το ποσό των εκατόν ογδόντα χιλιάδων (180.000) ευρώ. Το ανωτέρω ποσό της χρηματοδότησης επιστρέφεται ατόκως στον κρατικό προϋπολογισμό σταδιακά, εντός επτά (7) ετών από την καταβολή του.» 6. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 49 του ν. 4384/2016, παρατείνονται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017. 7. Οι ΚΕΣΕ και οι ΚΑΣΟ που δεν μετατράπηκαν σε ΑΣ, σύμφωνα με την περίπτ. β’ της παρ. 4 του άρθρου 49 του ν. 4384/16, καθώς και οι ΕΑΣ του ν. 2810/2000 (Α’61) που δεν μετατράπηκαν σε ΑΣ ή ΑΕΣ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4015/2011 (Α’ 210), λύνονται και τίθενται σε εκκαθάριση με απόφαση του Ειρηνοδικείου της έδρας τους, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση της αρμόδιας αρχής του άρθρου 18 του ν. 4384/2016 ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον.
Άρθρο 14
Ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων 1. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών, και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες, τα διαδικαστικά θέματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ώστε να αποδοθούν στους δικαιούχους οι απαιτήσεις που έχουν δημιουργηθεί: α) Για αμοιβές αξιολογητών στο πλαίσιο εφαρμογής της 26984/19.12.2013 (Β’ 3255) πρόσκλησης έτους 2014 του Μέτρου 112 και β) Για αμοιβές Γνωμοδοτικών Επιτροπών και Επιτροπών Παρακολούθησης των μακροχρονίων και λοιπών υποχρεώσεων, των Μέτρων 2.1 του ΕΠΑΑ & ΑΥ 2000-2006 και 123Α του «ΠΑΑ 2007-2013», σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αριθμ. 2/83461/0022/2013 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΟΔΔ 22). 2. Το δεύτερο εδάφιο της περίπτ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 4036/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Για τον εξοπλισμό αυτό, τα χρονοδιαγράμματα και τα διαστήματα επιθεώρησης καθορίζονται με την προβλεπόμενη, από το άρθρο 38, απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.» 3. Μετά την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 4036/2012 προστίθεται νέα παράγραφος 2α, ως εξής: «2α. Ειδικά για τους Σταθμούς Επιθεώρησης Εξοπλισμού Εφαρμογής Γεωργικών Φαρμάκων (ΣΤΕΕΕΓΦ) που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με τις διαδικασίες επιθεώρησης που καθορίζονται με την υπουργική απόφαση του άρθρου 38 του παρόντος νόμου, επιβάλλεται πρόστιμο από τριακόσια (300) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής, επιπλέον των κυρώσεων που προβλέπονται στην παρ. 10, ανακαλείται και η εξουσιοδότηση λειτουργίας τους από την αρμόδια αρχή που την εξέδωσε, κατόπιν εισήγησης της Δ/νσης Εγγείων Βελτιώσεων Εδαφοϋδατικών Πόρων και Λιπασμάτων του ΥΠΑΑΤ.» 4. α) Η παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 4036/2012 (Α’ 8), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 4351/2015 (ΑΊ64), αντικαθίσταται ως ακολούθως: «6. Όποιος εισάγει, χρησιμοποιεί για επαγγελματική χρήση, διακινεί, διαθέτει καθ’ οιονδήποτε τρόπο, έστω και δωρεάν, ανταλλάσσει, μεταφέρει φυτοπροστατευτικά προϊόντα πέραν της ημερομηνίας λήξης που αναγράφεται ή προκύπτει από τη συσκευασία ή την ετικέτα, τιμωρείται με πρόστιμο από χίλια (1.000) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα του προηγούμενου εδαφίου δεσμεύονται και καταστρέφονται, με δαπάνη που βαρύνει αποκλειστικά τον υπεύθυνο για την παράβαση.» β) Οι περιπτ. γ’ και δ’ του άρθρου 47 του ν. 4036/2012 καταργούνται. 5. Στην παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4061/2012 προστίθεται νέα περίπτωση δ’, ως εξής: «δ) παραχωρητήρια που εκδόθηκαν βάσει διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας και κυρωμένα κτηματολογικά στοιχεία διανομών, εφόσον υπάρχουν γεωμετρικά σφάλματα ή άλλες ανωμαλίες και τα παραχωρούμενα ακίνητα απεικονίζονται στα σχετικά διαγράμματα σε διαφορετική θέση από αυτήν που πραγματικά βρίσκονται. Τα ανωτέρω διορθώνονται κατά σχήμα και θέση, εφόσον το εμβαδόν του παραχωρούμενου ακινήτου δεν μεταβάλλεται και δεν θίγονται όμορες ιδιοκτησίες ή παραχωρήσεις.» 6. Μετά την περίπτ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 674/1977 προστίθεται περίπτωση ε’, ως εξής: «ε. εφόσον τα εμπράγματα δικαιώματα επί των αναδιανεμηθέντων κτημάτων είχαν ήδη προ της κυρώσεως του αναδασμού μεταβιβαστεί, αλλοιωθεί, καταργηθεί ή επιβαρυνθεί δυνάμει δικαιοπραξίας ή κληρονομιάς, εφόσον αυτό προκύπτει από συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών ή καταχωρισμένο στο κτηματολογικό βιβλίο, προ της κυρώσεως του αναδασμού. Η διόρθωση διενεργείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ετών από τη κύρωση του αναδασμού κατόπιν σχετικής αιτήσεως του ενδιαφερομένου.» 7. Η περίπτ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4351/2015 (ΑΊ64) αντικαθίσταται ως εξής: «στ) Νέες συγκροτήσεις όλων των συλλογικών οργάνων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, πλην των υπηρεσιακών και πειθαρχικών συμβουλίων. Με τις αποφάσεις συγκρότησης καθορίζονται ιδίως οι ιδιότητες και ο αριθμός των μελών των συλλογικών οργάνων και επικαιροποιούνται οι οργανικές μονάδες σύμφωνα με τον οργανισμό του Υπουργείου. Ολες οι αποφάσεις ορισμού μελών των συλλογικών οργάνων εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων αποφάσεων με τη νέα συγκρότηση.» 8. α) Το πρώτο εδ. της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 1790/1988 (ΑΊ34) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το Δ.Σ. είναι επταμελές και απαρτίζεται από τα παρακάτω μέλη:» β) Η περίπτ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 1790/1988 (Α’ 134) καταργείται. γ) Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 1790/1988 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Αν οι φορείς των περιπτώσεων ε’, ζ’ και η’ της παραγράφου 1 δεν προτείνουν τους εκπροσώπους τους εντός δεκαπέντε ημερών, οι εκπρόσωποι ορίζονται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.» δ) Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 9 του ν. 1790/1988 αντικαθίστανται ως εξής: «1. Το Δ.Σ. συγκαλείται με έγγραφη πρόσκληση του προέδρου τακτικά δύο φορές το μήνα και έκτακτα όποτε το κρίνει απαραίτητο ο πρόεδρος ή το ζητήσουν εγγράφως τέσσερα από τα μέλη του. 2. Το Δ.Σ. βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον τέσσερα από τα μέλη του, στα οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος. Όταν δεν υπάρχει πρόεδρος, απουσιάζει ή κωλύεται, στο Δ.Σ. προεδρεύει ο αντιπρόεδρος. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών και σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.» 9. α) Η παρ. 6 του άρθρου 2 του π.δ. 40/2016 (Α’ 61) , αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η αλιεία με σκάφος, εντός της περιοχής που καθορίζεται στο άρθρο 1, επιτρέπεται από τους ελεύθερους αλιείς της παραγράφου 1 που είναι εφοδιασμένοι με την ατομική άδεια της παραγράφου 3, και μόνο με επαγγελματικό αλιευτικό σκάφος κυριότητας τους, το οποίο είναι εφοδιασμένο: α) με άδεια σκάφους εσωτερικών υδάτων ή αλιευτική άδεια σκάφους παράκτιας αλιείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του β. δ. 666/1966 (Α’ 160) και β) και με άδεια υπό τον τίτλο «άδεια αλίευσης σκάφους λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου — Αιτωλικού», στην οποία αναγράφονται ο αριθμός μητρώου αλιευτικών σκαφών (ΑΜΑΣ-Λ ή/και ΑΜΑΣ), τα αλιευτικά εργαλεία και οι όροι χρήσης τους σύμφωνα με το παρόν διάταγμα. Η άδεια αλίευσης σκάφους λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου — Αιτωλικού χορηγείται από την αρμόδια για την έκδοση αδειών αλιείας Υπηρεσία της Π.Ε. Αιτωλοακαρνανίας, μετά από την υποβολή σε αυτήν σχετικής αίτησης του ελεύθερου αλιέα της παραγράφου 2 που έχει εφοδιασθεί με την Ατομική Αδεια Ελεύθερου Αλιέα λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου – Αιτωλικού της παραγράφου 3, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος διατάγματος. Στην αίτηση αναγράφονται όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του σκάφους και ο αλιευτικός εξοπλισμός του. Η άδεια αλίευσης σκάφους λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου — Αιτωλικού επιδεικνύεται πάντα κατά τη διενέργεια ελέγχων μαζί με την άδεια σκάφους εσωτερικών υδάτων ή την αλιευτική άδεια του σκάφους, έχει ισχύ μόνο εντός της περιοχής που καθορίζεται στο άρθρο 1 και η ισχύς της παύει ή αναστέλλεται αν παύσει ή ανασταλεί η ισχύς της άδειας σκάφους εσωτερικών υδάτων.» β) Η παρ. 9 του άρθρου 2 του π.δ. 40/2016, αντικαθίσταται ως εξής: «9. Ο ελεύθερος αλιέας, μετά την έκδοση της άδειας αλίευσης σκάφους λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου — Αιτωλικού της παραγράφου 6, υποχρεούται αμελλητί να βάψει το σκάφος με μπλε χρώμα και να αναγράψει πάνω σε αυτό με ευδιάκριτο τρόπο τον αριθμό μητρώου αλιευτικού σκάφους (ΑΜΑΣ-Λ ή στην περίπτωση επαγγελματικής άδειας παράκτιας αλιείας την προβλεπόμενη σήμανση).» γ) Η περίπτ. γ της παρ. 1 του άρθρου 4 του π.δ. 40/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Με καμάκι με τη βοήθεια φωτός από την 1η Νοεμβρίου έως την 15η Απριλίου του επομένου έτους. Κατ’ εξαίρεση και μόνο στη Λιμνοθάλασσα Αιτωλικού και στην περιοχή της Νίδοβας μέχρι και τη θέση των παλαιών φραγμών Ιχθυοτροφείου Πόρου επιτρέπεται η αλιεία με καμάκι με τη βοήθεια του φωτός καθ’ όλο το έτος. » δ) Η παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 40/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η επαγγελματική αλιεία εντός της περιοχής που καθορίζεται στο άρθρο 1, με σκάφη, τα οποία διαθέτουν ιπποδύναμη μηχανής μικρότερη των 19 KW επιτρέπεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.» 10. Η προθεσμία η οποία προβλέπεται στην περίπτ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 4282/2014 (ΑΊ82), για την προσαρμογή των μονάδων υδατοκαλλιέργειας, που αποδεδειγμένα λειτουργούσαν χωρίς άδεια ίδρυσης και λειτουργίας για το σύνολο ή μέρος των εγκαταστάσεων τους κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, παρατείνεται δύο (2) επιπλέον έτη, ήτοι έως 29.8.2018. Όπου στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4282/2014 αναφέρεται η προθεσμία των δύο (2) ετών, νοείται η προθεσμία που λήγει στις 29.8.2018. 11. α) Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 17 του ν. 1474/1984 (Α’ 128) αντικαθίστανται ως εξής: «2. Τα πειθαρχικά συμβούλια απαρτίζονται από πέντε (5) αιρετά μέλη, ένα από κάθε κλάδο, εκλεγμένα με ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη από το Συντονιστικό Συμβούλιο κατά την πρώτη, μετά τις εκλογές σύγκλησή του. Σε περίπτωση έλλειψης τακτικού ή αναπληρωματικού μέλους, λόγω θανάτου ή παραίτησής του ή άλλου κωλύματος, εκλέγεται νέο μέλος σε αντικατάσταση του, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση του Συντονιστικού Συμβουλίου. 3. Η θητεία των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων είναι τριετής και παρατείνεται μέχρι τον ορισμό – εκλογή νέων οργάνων. Υποψήφιοι για το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορούν να είναι όλα τα μέλη της Γενικής Συνέλευσης των Αντιπροσώπων και για το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο τα μέλη, εκ των Αντιπροσώπων, που έλαβαν το πτυχίο τους πριν από δέκα τουλάχιστον χρόνια. Από τους υποψηφίους εκλέγονται όσοι συγκεντρώνουν την απόλυτη πλειοψηφία, επί των εγκύρων ψήφων, σε κάθε κλάδο.» β) Η παρ. 1 του άρθρου 17 του π.δ. 334/1985 (Α’ 117) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η εκλογή και συγκρότηση των Πειθαρχικών Συμβουλίων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1474/1984. Η υποβολή υποψηφιοτήτων από τους επιθυμούντες να εκλεγούν γίνεται, μέχρι την έναρξη της Συνεδρίασης, στον Πρόεδρο του Συντονιστικού Συμβουλίου, ο οποίος είναι υπεύθυνος να κάνει τις εκλογές. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο εκλέγεται ο υποψήφιος που συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία επί των εγκύρων ψήφων του κάθε κλάδου. Αν κατά την πρώτη ψηφοφορία δεν εξελέγη, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται με υποψήφιους μόνο τους δύο πρώτους πλειοψηφήσαντες. Αναπληρωματικός εκλέγεται ο κατά σειρά πλειοψηφίας αμέσως επόμενος.» γ) Η παρ. 1 του άρθρου 3 της 247402/29-7-2003 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας (Β’ 1124) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα Πειθαρχικά Συμβούλια (Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο) του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. απαρτίζονται από πέντε (5) αιρετά μέλη, ένα (1) από κάθε κλάδο, εκλεγμένα με ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη από το Συντονιστικό Συμβούλιο κατά την πρώτη μετά τις εκλογές σύγκλησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1474/1984 και του άρθρου 17 του π.δ. 334/1985.» 12. α) Δαπάνες κατασκηνώσεων για τα τέκνα των υπαλλήλων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καταβάλλονται από το Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας (Φορέας 110) υπό την προϋπόθεση ότι οι κατασκηνώσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν λειτουργούν και δεν είναι σε θέση να προσφέρουν φιλοξενία για λόγους που δεν οφείλονται στο ίδιο το Υπουργείο. β) Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζεται το ετήσιο ύψος της αποζημίωσης ανά δικαιούμενο τέκνο καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ α’. 13. Η παρ. 3 του άρθρου 70 του ν. 4314/2014 (Α’265) όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Δικαιούχοι πράξεων τεχνικής βοήθειας του ΠΑΑ και του ΕΠ Αλιείας και Θάλασσας ορίζονται οι ΕΥΔ ΠΑΑ και ΕΥΔ ΕΠΑλΘ, αντίστοιχα, δια των αρμοδίων μονάδων τους, καθώς και η ΜΟΔ Α.Ε. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δύναται να ορίζονται και άλλοι δικαιούχοι τεχνικής βοήθειας των ανωτέρω προγραμμάτων, καθώς και να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα που αφορούν στη διαδικασία υλοποίησης τους.» 14. α) Μετά την περίπτ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4061/2012, όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση δ’, ως εξής: «δ) Δωρεάν, κατά χρήση, ακίνητα στον Οργανισμό Διαχείρισης Ακινήτων Γαιών και Εξοπλισμών (ΟΔΙΑΓΕ) προκειμένου να τα αξιοποιήσει για τους σκοπούς ίδρυσης και λειτουργίας του, όπως αυτοί περιγράφονται στην παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 4384/2016 (Α’ 78). Για την παραχώρηση της χρήσης εισηγείται η Διεύθυνση Διαχείρισης Ακίνητης Περιουσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μετά από αίτηση του ΟΔΙΑΓΕ, στην οποία περιγράφεται το ακίνητο, κατά εμβαδόν, θέση και συντεταγμένες στο ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς και προσδιορίζεται η χρονική διάρκεια και ο σκοπός της παραχώρησης.» β) Με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΔΙΑΓΕ καθορίζονται ο αριθμός των θέσεων που θα καλυφθούν και τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων για την κάλυψη των θέσεων αυτών. Η στελέχωση του Οργανισμού Διαχείρισης Ακινήτων Γαιών και Εξοπλισμών (ΟΔΙΑΓΕ) γίνεται με απόσπαση προσωπικού που υπηρετεί στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) και στα εποπτευόμενα από το ΥΠΑΑΤ νομικά πρόσωπα. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επιτρέπεται κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης νόμου η απόσπαση του προσωπικού που υπηρετεί στο ΥΠΑΑΤ και τα νομικά πρόσωπα του ΥΠΑΑΤ χωρίς να απαιτείται γνώμη διοικητικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων υπαλλήλων. Η χρονική διάρκεια της απόσπασης ορίζεται στα τρία (3) έτη και μπορεί να παρατείνεται για ίσο διάστημα μετά από εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΔΙΑΓΕ προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Μετά τη λήξη του χρόνου απόσπασης, ο υπάλληλος επανέρχεται στην οργανική του θέση χωρίς άλλη διατύπωση. Ο χρόνος υπηρεσίας των αποσπώμενων υπαλλήλων θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική θέση του φορέα προέλευσης. Οι αποσπώμενοι υπάλληλοι λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών τους, με τα πάσης φύσεως γενικά ή ειδικά επιδόματα της οργανικής τους θέσης. Η μισθοδοσία των αποσπώμενων υπαλλήλων βαρύνει την υπηρεσία προέλευσης. Κατά τον χρόνο της απόσπασης, ο υπάλληλος παραμένει ασφαλισμένος στον ασφαλιστικό οργανισμό κύριας και επικουρικής ασφάλισης στον οποίο υπαγόταν μέχρι την απόσπαση του. Οι αποσπώμενοι υπάλληλοι μπορούν να τοποθετούνται και σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων του ΟΔΙΑΓΕ, λαμβάνοντας το αντίστοιχο επίδομα θέσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
Άρθρο 15
Μεταβατικές διατάξεις 1. Μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων παραγωγής ή εμπορίας, κατά περίπτωση, προσαρμόζουν τις συσκευασίες των προσυσκευασμένων προϊόντων και τις επισημάνσεις στα σημεία λιανικής πώλησης για τα μη προσυσκευασμένα προϊόντα που πωλούνται χύδην στις απαιτήσεις του άρθρου 5. 2. Μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι επιχειρήσεις οι οποίες απασχολούνται με τη λιανική πώληση προσυσκευασμένου ή μη νωπού κρέατος, διατηρημένου με απλή ψύξη και κατεψυγμένου κρέατος χοιροειδών, αιγοπροβάτων και πουλερικών, καθώς και κιμά, σπλάχνων και λοιπών βρώσιμων μερών του κρέατος προσαρμόζονται στις απαιτήσεις του άρθρου 9. 3. Η θητεία των μελών του Δ. Σ. του ΟΠΕΚΕΠΕ παρατείνεται μέχρι τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της υπουργικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 2637/1998, όπως η παρ. αυτή αντικαθίσταται με το άρθρο 12. 4. Η θητεία των μελών του Δ.Σ. του ΕΛΓΑ παρατείνεται μέχρι τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της υπουργικής απόφασης της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 1790/1988 με το επταμελές διοικητικό συμβούλιο. Άρθρο 16 Καταργούμενες διατάξεις Καταργούνται: α) η παρ. 3 και το πρώτο εδ. της παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 2637/1998 (Α’ 200). β) η παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 3955/2011 (Α’ 151). γ) η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4061/2012 (Α’ 66). δ) Το π.δ. 87/1987 (Α’49). Άρθρο 17 Παραρτήματα 1. Προσαρτώνται στον παρόντα νόμο Παραρτήματα I και II, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτού. 2. Τα Παραρτήματα I και II τροποποιούνται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Άρθρο 18 Έναρξη ισχύος 1. Η ισχύς των άρθρων 1 έως 4 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2018. 2. Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ

Facebooktwitterpinterestlinkedinmail