«Ελεύθεροι πολιορκημένοι» οι Κρήτες στο Σπήλαιο Μελιδονίου

Το Αρκάδι (ευρωπαϊκό μνημείο ελευθερίας), το Ιδαίον Άντρον (το «σπίτι» του Κρηταγενή Δία), η Ζώμινθος (ελληνικό λατρευτικό κέντρο Ιδαιου Άντρου), η Φορτέτσα (το Ενετικό οχυρό) και η αιχμαλωσία του γερμανού Κράϊπε (δεξί χέρι του Χίτλερ) είναι τα πρώτα ιστορικά στοιχεία που δείχνουν τον νομό του Ρεθύμνου να πρωτοστατεί στα γράμματα και στους απελευθερωτικούς αγώνες  σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλεξε το Κρητικό Επιχειρηματικό Περιοδικό «Ην-Ων» από: Δήμο Ρεθύμνου, Ιερά Μητρόπολη Ρεθύμνου και Αυλοποτάμου, Δήμο Ανωγείων, Δήμο Μυλοποτάμου, Δήμο Αμαρίου, Πανελλήνιο Σύνδεσμο Μυλοποταμητών, ερευνητή-συγγραφέα Γιώργο Παναγιωτάκη και από το 15ο τεύχος του Κρητικού Επιχειρηματικού Περιοδικού «Ην-Ων».
ΔΗΜΟΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Τα πρώτα στοιχεία ύπαρξης ζωής στο Ρέθυμνο χρονολογούνται από την υστερομινωική περίοδο (1350-1250 π.Χ.). Η αρχαία «Ρίθυμνα» έφτασε στην ακμή της τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα, όπως δείχνουν τα χρυσά και ασημένια νομίσματα αυτής της περιόδου. Σταδιακά όμως άρχισε να παρακμάζει, για να φτάσει στα ρωμαϊκά χρόνια να θεωρείται ένα άσημο χωριό. Για τις επόμενες ιστορικές περιόδους (Αραβική και Α’ Βυζαντινή), οι πληροφορίες για την περιοχή είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες.
Για τη Β’ Βυζαντινή περίοδο (961-1204 μ.Χ.), υπάρχουν ενδείξεις ότι υπήρχε ένας μικρός οχυρωμένος οικισμός, με την ονομασία «Castell Vecchio».
Μετά τη Δ’ Σταυροφορία (1204), η Κρήτη παραχωρήθηκε στο Βονιφάτιο το Μομφερατικό, ο οποίος την πούλησε σχεδόν αμέσως στους Βενετούς. Μετά από μια ολιγόχρονη κυριαρχία του νησιού από τους Γενουάτες, λόγω ολιγωρίας των Βενετών που άργησαν να την καταλάβουν, η Κρήτη καταλαμβάνεται το 1211 απ’ τους δεύτερους.
Οι Βενετοί σύντομα κατάλαβαν τη σπουδαιότητα της θέσης του Ρεθύμνου, αφού το λιμάνι του διακινούσε σημαντικές ποσότητες εμπορευμάτων. Το 1540, λόγω της επέκτασης της πόλης έξω από τον οικισμό του Castell Vecchio και του επικείμενου τουρκικού κινδύνου, οι βενετικές αρχές αποφάσισαν να περιβάλουν την πόλη με νέο οχυρό περίβολο. Οι αδυναμίες των νέων οχυρωματικών έργων φάνηκαν το 1571, κατά την πειρατική επιδρομή του Ουλούτζ-Αλή, ο οποίος χωρίς την παραμικρή αντίσταση μπήκε στην πόλη και την κατέστρεψε ολοκληρωτικά πυρπολώντας την. Δυο χρόνια αργότερα, το 1573, θεμελιώθηκε η «Φορτέτζα» πάνω στο λόφο του Παλαιόκαστρου, για να μπορεί η πόλη να αντιμετωπίσει καλύτερα επικείμενες επιδρομές και πολιορκίες.
Τελικά το 1646 το Ρέθυμνο έπεσε στα χέρια των Τούρκων, για να ακολουθήσει, μερικά χρόνια αργότερα, η ολοκληρωτική κατάληψη του νησιού. Αυτή θα διαρκέσει μέχρι το 1897, διακοπτόμενη από μια μικρή αιγυπτιακή κατοχή (1830-1840). Σε όλη τη διάρκεια της τουρκικής κατάκτησης, πολλές επαναστάσεις συγκλόνισαν το νησί με αποκορύφωμα την επανάσταση του 1866 και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου.
Το 1897, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν την κατοχή του νησιού. Το Ρέθυμνο καταλήφθηκε από τα ρωσικά και πολωνικά στρατεύματα, τα οποία αποχώρησαν το 1907. Το 1908, οι Κρητικοί επωφελούμενοι από τις διεθνείς εξελίξεις κήρυξαν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Αίσιο τέλος δόθηκε στο Κρητικό Ζήτημα το 1913, μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, οπότε και υπογράφηκε η επίσημη ένωση. Το 1924, οι Τουρκοκρητικοί αναχώρησαν για τη Μικρά Ασία, στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάννης, που προέβλεπε την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στις δύο χώρες. Στη Θέση τους ήρθαν Ελληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ρέθυμνο βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς και πολλά κτήρια καταστράφηκαν. Εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, η Παλιά Πόλη χαρακτηρίστηκε το 1967 Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο, και το 1985 Παραδοσιακός Οικισμός.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ
ΦΡΟΥΡΙΟ ΦΟΡΤΕΤΖΑΣ
Το φρούριο της Φορτέτζας κατασκευάστηκε μεταξύ 1573-1580 από τους Βενετούς, προκειμένου να προστατεύσει τους κατοίκους από την Τουρκική απειλή. Έχει αστερόμορφο σχήμα, τρεις πύλες και έξι προμαχώνες. Επιλέχθηκε ο λόφος Παλαιόκαστρο, που έχει απέραντη θέα και από στεριά και από θάλασσα. Το συνολικό μήκος του είναι 1307 μ. και περιλαμβάνει έξη προμαχώνες και τρεις αιχμές. Για την ολοκλήρωσή του χρειάστηκαν 76.800 αγγαρείες των κατοίκων όλου του νομού και κατασκευάστηκε από κανονικές ορθογωνικές πέτρες από τον πρωτομάστορα Γ. Σκορδίλη. Στο κέντρο ο ναός του S. Nicolo μετατράπηκε στο Τζαμί του Σουλτάν Ιμπραήμ Χάν. Υπήρχε το οίκημα του Διοικητή, του Συμβούλου, χώροι στρατωνισμού και σταυλισμού, αποθήκες πυρομαχικών, δεξαμενή ύδρευσης και κατοικίες που καταστάφηκαν μεταγενέστερα.
Το κάστρο της Φορτέτζας, στο οποίο μεχρι σήμερα δεν έχουν πραγματοποιηθεί συστηματικές ανασκαφές, «φιλοξενεί» τους εξής χώρους:
– Την κατοικία του Ρέκτορα.
– Τον Καθεδρικό ναό που θεμελιώθηκε το 1583 και ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο. Το 1648 ο Ιμπραήμ Χαν τον μετέτρεψε σε τζαμί αφού προστέθηκε μεγάλος θόλος διαμέτρου 11μ. Στο χώρο υπάρχουν ακόμα δύο εκκλησίες, της Αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Θεοδώρου του Τριχινά.
– Τις δύο πυριτιδαποθήκες.
– Τις Δεξαμενές ενώ το προπέτασμα τσιμέντου στην ανατολική πλευρά χρονολογείται από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οδηγεί στο δωμάτιο όπου φυλακίστηκαν οι κρητικοί αγωνιστές της αντίστασης που εκτελέστηκαν από τους Ναζί.
KΡΗΝΗ RIMONDI
H κρήνη Rimondi, οικοδομήθηκε το 1626 από τον ρέκτορα της πόλης Α. Rimondi. Το έργο αυτό κάλυψε μέρος των υδρευτικών αναγκών της πόλης. που βρίσκεται στη σημερινή πλατεία του Πλατάνου και στο αλλοτινό κέντρο της βενετσιάνικης πόλης. Αποτελείται από τρεις γούρνες στις οποίες τρέχει νερό από τρεις κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής.
Τρεις ραβδωτοί κίονες που επιστέφονται από κορινθιακά κιονόκρανα στηρίζουν επιστήλιο με λατινική επιγραφή. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, οι κρήνες προτιμούνταν να είναι σε στεγασμένους χώρους. Ετσι, προστέθηκε θόλος, ένα τμήμα του οποίου σώζεται σήμερα.
LOGGIA ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Η Loggia οικοδομήθηκε τον 16o αιώνα με σχέδια του διάσημου βενετού αρχιτέκτονα Michel Sanmicheli. Η Loggia αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης και συσκέψεων των ευγενών για να συζητήσουν πολιτικά και οικονομικά, οικονομικά, και πολιτικά θέματα. Αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση μετατράπηκε σε τζαμί και κατασκευάστηκε και μιναρές, ο οποίος κατεδαφίστηκε το 1930. Τα τελευταία 40 χρόνια στέγαζε το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Από τότε όμως που αυτό μεταστεγάστηκε στο κτήριο έξω απ’ τη Φορτέτζα, η Loggia στεγάζει πωλητήριο πιστών αντιγράφων του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων.
ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ
ΝΑΟΣ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
Ο νέος τρίκλιτος ναός των Τεσσάρων Νεομαρτύρων Αγγελή, Μανουήλ, Γεωργίου και Νικολάου έχει οικοδομηθεί στη θέση παλαιότερων, ανατολικά της ομώνυμης πλατείας και κοντά στον χώρο του μαρτυρίου τους. Οι Τέσσερις Νεομάρτυρες μαρτύρησαν το 1824 και καταξιώθηκαν αμέσως ως Άγιοι στη συνείδηση των Χριστιανών. Πολύ νωρίς, ίσως και από τον επόμενο χρόνο του μαρτυρίου τους, οι Ρεθυμνιώτες χριστιανοί τελούσαν λειτουργίες, αφιερωμένες στη μνήμη τους. Κι αργότερα τους αναγνώρισαν ως προστάτες της σύγχρονης πόλης.
Στο τέμπλο του ναού υπάρχουν εικόνες του Φώτη Κόντογλου, ο Ιησούς Χριστός, η Παναγία, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και οι Τέσσερις Μάρτυρες, χρονολογημένες το 1955.
Σε περίτεχνη λειψανοθήκη, που βρίσκεται στο Ιερό Βήμα του ναού, φυλάσσονται οι τίμιες Κάρες των τριών από τους τέσσερεις Νεομάρτυρες.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΝΑΟΣ
Ο μητροπολιτικός ναός, η Μεγάλη Παναγία, θεμελιώθηκε στις 10 Απριλίου 1844. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1856.Οι φθορές που είχε υποστεί από τους βομβαρδισμούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο επέβαλαν την κατεδάφιση του το 1956, μαζί με τα παρακείμενα χτίσματα, τη διαμόρφωση του χώρου και την ανοικοδόμηση του σημερινού μεγαλύτερου ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου).
Στη νοτιοδυτική γωνία του ναού υψώνεται το πυργοειδές κωδωνοστάσιο, που κατασκευάστηκε το 1899. Το τέμπλο είναι έργο του Κυκλαδίτη ξυλόγλυπτη Δημητρίου Ραγουζή και κατασκευάστηκε το 1852.
ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ
Ο ναός της Αγίας Βαρβάρας οικοδομήθηκε το 1885 στη θέση παλαιοτέρου ναού στο όνομα της ίδιας Αγίας, πολιούχου του Ρεθύμνου, που εμφανίζεται στους βενετσιάνικους χάρτες από το 1613.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, ο χώρος ανήκε σε κάποιον Τουρκορεθυμνιώτη, ο οποίος τον είχε μετατρέψει σε χαμάμ (δημόσιο λουτρό). Ξαφνικά, έπεσε στην πόλη μια θανατηφόρα αρρώστια η οποία χτυπούσε μόνο τις μωαμεθανικές οικογένειες, ενώ σι χριστιανοί επικαλούμενοι τη βοήθεια της Αγίας Βαρβάρας θεραπεύονταν. Οι Οθωμανοί για να γλιτώσουν από την ασθένεια, έπεισαν τον ομόθρησκό τους να αποδώσει το χώρο στους χριστιανούς για να ανεγερθεί ναός προς τιμήν της αγίας, όπως και έγινε. Από το 1898 μέχρι το 1907, είχε παραχωρηθεί στις ρωσικές δυνάμεις κατοχής για την εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.
ΤΖΑΜΙ ΚΑΡΑ ΜΟΥΣΑ ΠΑΣΑ
Το τζαμί αυτό πήρε το όνομά του από τον τούρκο διοικητή των ναυτικών επιχειρήσεων κατάληψης του Ρεθύμνου, το 1646.
Στη θέση του, κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, υπήρχε μονή αφιερωμένη στην Αγία Βαρβάρα. Δυτικά από το κεντρικό κτήριο υπάρχει ο ερειπωμένος μιναρές του τζαμιού, ο οποίος δεν είναι ορατός από το δρόμο λόγω της υψηλής και πυκνής βλάστησης. Στο χώρο βρίσκεται ακόμη μία στεγασμένη με θόλο κρήνη, η οποία έχει δύο όψεις: μία από την πλευρά της οδού Αρκαδίου και μία από την αυλή του τζαμιού. Κάτω από το θόλο της γίνεται η είσοδος στο τζαμί. Στον περίβολο σώζεται ακόμη και ένας τουρμπές (θολωτή νεκρική κατασκευή), στον οποίο ίσως είχε ενταφιαστεί ο ιδρυτής του τζαμιού. Σήμερα, στο χώρο στεγάζεται εργαστήριο συντήρησης της 13ης Εφορείας Αρχαιοτήτων.
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ
Είναι ένα από τα πιο σημαντικά μνημεία του Ρεθύμνου. Η εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου αποτελούσε το κύριο ναό Μονής του τάγματος των Φραγκισκανών.  Εντυπωσιακό είναι το θύρωμα της εισόδου με κιονόκρανα σύνθετου ρυθμού.
ΜΥΚΗΝΑΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ – ΛΑΠΠΑ
Σπουδαία πόλη της Κρήτης που βρισκόταν στο σημερινό χωριό Αργυρούπολη, νοτιοδυτικά του Ρεθύμνου και σε απόσταση 27 χιλιομ, Σύμφωνα με μυκηναϊκές παραδόσεις ιδρυτής της ήταν ο Αγαμέμνονας. Ήταν ισχυρή και οικονομικά αυτοδύναμη πόλη, αφού οι εδαφικές εκτάσεις που κατείχε κάλυπταν μεγάλο μέρος του νομού Ρεθύμνου, από το Κρητικό ως το Λιβυκό πέλαγος, καθώς και τμήματα του σημερινού νομού Χανίων. Στον καταστροφικό για τη Λύκτο πόλεμο της Κνωσού (221-220 π.Χ.) η Λάππα, αν και ήταν σύμμαχος της Κνωσού, συμμάχησε τελικά μαζί και με άλλες πόλεις με τη Λύττο. Μετά τον ολοκληρωτικό αφανισμό της Λύττου από τους Κνωσίους, οι Λύττιοι κατέφυγαν στη σύμμαχο πόλη Λάππα, που τους εξασφάλισε φιλοξενία και τους βοήθησε στον αγώνα τους κατά της Κνωσού, την οποία πολέμησαν και από τη νέα αυτή θέση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η Λάππα συγκαταλέγεται μεταξύ των πόλεων της Κρήτης που συνήψαν συμμαχία τόσο με την Τέω της Ιωνίας (193 π.Χ.), όσο και με το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη τον Β’ (183 π.Χ.). Στο μεταξύ των Ρωμαίων εμφύλιο πόλεμο η Λάππα τάχθηκε με το μέρος του Οκτάβιου εναντίον του Αντωνίου. Μετά τη νίκη του Οκτάβιου, η Λάππα εξασφάλισε ειδικά προνόμια και δρούσε ως ανεξάρτητη πόλη. Απέκτησε λαμπρά οικοδομήματα, θέρμες, έκοψε νομίσματα και όπως φανερώνουν τα ερείπια της, βρισκόταν σε πλήρη ευημερία. Έκοψε 24 νομίσματα διαφόρων τύπων στα χρόνια της αυτονομίας της και 12 νομίσματα στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας. Τα πρώτα νομίσματα έφεραν παραστάσεις του Απόλλωνα, του Ποσειδώνα, της Αρτεμης και της Αθηνάς. Τα νομίσματα της ρωμαϊκής περιόδου έφεραν πα¬ραστάσεις Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Στην περίοδο αυτή διέθετε και δικό της νομισματοκοπείο. Στην περιοχή της Λάππας έχουν βρεθεί, εκτός από νομίσματα, πήλινα αγγεία διαφόρων εποχών, πήλινα, χάλκινα και μαρμάρινα αγαλμάτια, καθώς επίσης και πολλές επιγραφές. Η επισκοπή της Λάππας είναι από τις παλαιότερες της Κρήτης, γιατί ιδρύθηκε από τον Απόστολο Τίτο. Η πόλη καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς, όταν κατέκτησαν την Κρήτη.
– ΔΗΜΟΣ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
Τα αναρίθμητα αρχαιολογικά ευρήματα σε όλα σχεδόν τα σπήλαια των βουνών του νησιού, αποδεικνύουν το σημαντικό λατρευτικό τους ρόλο και τη θέση που κατείχαν στη Μινωική θρησκεία. Στο υψόμετρο άνω των 900μ. συναντά κανείς το Ιδαίον Άντρο, (Ι499μ.), αλλά και το Μινωικό Μέγαρο της «Ζωμίνθου» (IΙ87μ.), καθώς και άλλες λιγότερο γνωστές διάσπαρτες θέσεις στο οροπέδιο της Νίδας και την ευρύτερη περιοχή «Ζωμίνθου».
– ΖΩΜΙΝΘΟΣ
«Η Ζώμινθος βρίσκεται στα μισά του δρόμου από τον Καλικρατικό Δήμο Ανωγείων προς το Ιδαίο Άντρο και σε ύψος 1.187 μέτρων» τόνισε σε συνέντευξη που έδωσε στο «Ην-Ων» η αρχαιολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων κ. Έφη Σακελλαράκη, γυναίκα του αρχαιολόγου καθηγητή Γιάννη Σακελλαράκη.

Ειδικότερα η κ. Σακελλαράκη διευκρινίζει «Η Ζώμινθος βρίσκεται σε σημείο όπου ενώνονται οι δρόμοι προς το μεγάλο μινωικό αλλά κυρίως ελληνικό λατρευτικό κέντρο του Ιδαίου Άντρου, από το βορρά και την ανατολή όπου βρίσκεται η Κνωσός. Η πρόσβαση αυτή είναι ίσως ο δρόμος που αναφέρει ο Πλάτων στους Νόμους ότι οδηγούσε από την Κνωσό στο Ιδαίο Άντρο. Ο χώρος κατοικήθηκε μόνιμα για 4.000 χρόνια, από τα μινωικά μέχρι σήμερα, εφόσον διαπιστώθηκε σημαντική κατοίκηση μετά τα μινωϊκά στα μυκηναϊκά, στα ελληνορωμαϊκά, στα βυζαντινά χρόνια αλλά και στην Ενετοκρατία, όπως, δείχνει το λεγόμενο «βενετσιάνικο τυροκομείο» καθώς και στην Τουρκοκρατία.»
Σύμφωνα με την κ. Σακελλαράκη το κεντρικό κτίριο ήταν ύψους περί τα 3 μέτρα, με τοιχογραφημένα δωμάτια, όπου σε κάποια διατηρούνται τα παράθυρα και οι πόρτες ενώ στο δυτικό τμήμα του κτιρίου υπήρχε η βιοτεχνική πτέρυγα με ένα κεραμικό εργαστήριο στο οποίο βρέθηκε κεραμικός τροχός, η θέση του κεραμουργού, τα εργαλεία του και ακόμη σε χτιστή κατασκευή το διηθισμένο χώμα για την κατασκευή των πήλινων σκευών πολλά από τα οποία ήταν τοποθετημένα σε ράφια.
Επίσης βρέθηκε εργαστήριο κατεργασίας ορείας κρυστάλλου, ενός υλικού που υπάρχει στον Ψηλορείτη και από το οποίο έχουν κατασκευασθεί πολλά αντικείμενα και κυρίως χάντρες.|
– ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΑΚΟΥΜΙΑ

Ο οικισμός ιδρύθηκε στην ακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας γύρω στο έτος 1000 μ.Χ..

Υπάρχει πιθανότητα να ιδρύθηκε τα χρόνια που ο στρατηγός και κατόπιν αυτοκράτορας του Βυζαντίου Νικηφόρος Φωκάς ελευθέρωσε τη Κρήτη από τους Άραβες 912-969 μ.Χ. και εγκατάστησε στη Κρήτη πολλές Βυζαντινές οικογένειες, για πυκνώσει ο χριστιανικός πληθυσμός.
Η λέξη Ακουμιανός προήλθε κατά παραφθορά από τη γνωστή βυζαντινή οικογένεια των Κομνηνών, κλάδος της οποίας μεταφέρθηκε στην Κρήτη την εποχή του Νικηφόρου Φωκά.
Ο τόπος, δηλαδή, που εγκαταστάθηκε ο Κομνηνός και αργότερα ο Κουμνιανός ονομάστηκε Κούμια.
ΡΟΔΑΚΙΝΟ
Το Ροδάκινο είναι ένα χωριό που βρίσκεται 47 χιλ. νοτιοδυτικά από την πόλη του Ρεθύμνου, δυτικά από το χωριό Σελλιά και είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε δύο υψώματα.
Στην περιοχή Kurkulos στις 24 Μαΐου 1821 υψώθηκε η πρώτη σημαία της επανάστασης από τον Σεβασμιότατο Ηγούμενο της Μονής Πρέβελη Μελχισεδέκ Τσουδερό. Από τον όρμο Περιστερέ φυγαδεύτηκε ο Γερμανός στρατηγός Κράιπε. Τις χειροπέδες με τις οποίες είχαν δέσει τον όμηρο, τις πήρε ένας Άνω Ροδακινιώτης, ο Εμμανουήλ Κοτσυφάκης ο οποίος τις έχει φυλάξει μέχρι σήμερα.
Στον ίδιο όρμο προσάραζαν τα συμμαχικά υποβρύχια και αντιτορπιλικά, φέρνοντας εφόδια για τους αντάρτες που έκαναν αντίσταση κατά των Γερμανών. Το χωριό κάηκε στις 20 Αυγούστου 1943 από τους κατακτητές και εκτελέστηκαν και αρκετοί Ροδακινιώτες. Αφορμή ήταν ο θάνατος κάποιου Γερμανού. Λέγεται μάλιστα ότι το χωριό εκκενώθηκε για 2 χρόνια με διαταγή των Γερμανών. Το γεγονός αυτό έγινε αιτία και οι κάτοικοι του χωριού σκότωσαν 6-7 Γερμανούς στην θέση Φρατί.
ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ – Κουρταλιώτικο φαράγγι
Η εκκλησία της Αγίας Κυριακής θεωρείται  θαυματουργή, καθώς λένε, ότι στους πολέμους και στις επαναστάσεις ποτέ δεν σκοτώθηκε ούτε βλάφτηκε κανείς κάτοικος του χωριού γιατί τους προστάτευε η Αγία Κυριακή. Ο ναός είναι παλιός, ρυθμού βασιλικής.
– ΔΗΜΟΣ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΝΑΣ
Στις βορειοδυτικές υπώρειες της Ίδης, σε υψόμετρο 380 μ. περίπου, και σε απόσταση 30 χιλ. νότια του Ρεθύμνου βρίσκεται η αρχαία πόλη Ελεύθερνα. Σήμερα σώζονται ερείπια από διάφορες ιστορικές περιόδους της ζωής της αρχαίας Ελεύθερνας. Σύμφωνα με την παράδοση είχε πάρει το όνομα της από τον Ελευθερέα, έναν από τους Κουρήτες ή από το επίθετο της Δήμητρος Ελευθούς.
Τον 3ο αι. π.Χ. η Ελεύθερνα πολεμούσε εναντίον των Ροδίων και των συμμάχων τους Κνωσίων. Όταν το 220 π.Χ. οι κρητικές πόλεις πολεμούσαν μεταξύ τους η Ελεύθερνα στάθηκε στο πλευρό της Κνωσού. Με πολιορκία όμως των αντιπάλων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αυτή τη συμμαχία. Το 68 π.Χ. όταν ο Μέτελλος έκανε επίθεση στην Ελεύθερνα, η πόλη κατόρθωσε να αντισταθεί για αρκετό καιρό στην πολιορκία των Ρωμαίων λόγω του οχυρού της θέσης της αλλά τελικά κυριεύτηκε μετά από προδοσία. Από την πόλη Ελεύθερνα κατάγονταν ο ποιητής Λίνος, ο φιλόσοφος Διογένης, ο λυρικός ποιητής Αμήτωρ και ο γλύπτης Τιμοχάρης.
Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΞΟΥ
Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας πόλης εντοπίζονται κυρίως στην ανατολική και βόρεια πλαγιά, καθώς η γεωμορφολογία ευνοούσε την οικιστική ανάπτυξη στις περιοχές αυτές. Ιδιαίτερα στη βόρεια πλαγιά είναι ορατά λαξεύματα και διαμορφώσεις του φυσικού βράχου που έγιναν για την προσαρμογή του φυσικού τοπίου στις οικιστικές ανάγκες, εξασφαλίζοντας παράλληλα και το απαραίτητο οικοδομικό υλικό.
– ΔΗΜΟΣ ΑΜΑΡΙΟΥ
ΣΙΒΡΥΤ0Σ
Βρισκόταν κοντά στο χωριό Θρόνος του Δήμου Αμαρίου, νότια της πόλης του Ρεθύμνου και σε απόσταση 32 χλμ. απ’ αυτή. Βρισκόταν οε ακμή στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Είχε υπογράψει συνθήκη με την Τέω της Ιωνίας το 193 π.Χ. και με τον Ευμενή το Β’ της Περγάμου το 183 π.Χ. Εκτεινόταν μέχρι το Λιβυκό πέλαγος και προφανώς είχε λιμάνι την Σουλίαν ή Σουλίναν(σημερινή Αγία Γαλήνη). Είχε κόψει 15 τύπους νομισμάτων, μεταξύ των οποίων και αργυρά, που παρίσταναν το Διόνυσο, το Δία, τον Ερμή, τον Απόλλωνα, καθώς και σύμβολα αυτών των θεών. Η Σίβρυτος υπήρχε μέχρι τα πρώτα χρόνια της βενετοκρατίας. Η περιοχή, την οποία αποτελούν τα γειτονικά χωριά, διατήρησε κατά το μεσαίωνα, αλλά και μέχρι σήμερα ακόμα, το όνομα της Συβρίτου.
ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
ΑΝΔΡΙΚΕΣ ΜΟΝΕΣ
ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

H Μονή Aρκαδίου είναι πολύ γνωστή ως μνημείο της Πίστεως και των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων του Kρητικού λαού, αλλά και ως παγκόσμιο σύμβολο Eλευθερίας και μαρτυρία αντίστασης σε όποιας μορφής επιβουλή.
H ίδρυσή της τοποθετείται στη δεύτερη Bυζαντινή περίοδο (961-1204) ή στα πρώτα χρόνια της Bενετοκρατίας στην Kρήτη. Από τις λίγες, πάντως, και αποσπασματικές πληροφορίες που διαθέτουμε συνάγεται ότι η μονή Aρκαδίου αποτέλεσε σημαντικό μοναστηριακό κέντρο με ακμαία πνευματική και οικονομική ζωή και μεγάλη αντινοβολία στον Oρθόδοξο κόσμο.
Στα τέλη του 16ου αιώνα πραγματοποιήθηκε μια ριζική εσωτερική μεταρρύθμιση και αναδιοργάνωση και οικοδομήθηκε ο σημερινός, μεγαλύτερος και λαμπρότερος ναός με την πολυποίκιλη πρόσοψη σε στυλ μπαρόκ, αφιερωμένος στη Mεταμόρφωση του Σωτήρος και στους Aγίους Kωνσταντίνο και Eλένη. Aυτά τα σπουδαία ανακαινιστικά έργα συνδέονται με δύο επιφανείς οικογένειες του Pεθύμνου, με την οικογένεια Xορτάτση και την οικογένεια Kαλλέργη, και έγιναν για να καλύψουν τις τότε αυξημένες ανάγκες της Mονής. Tην ίδια περίοδο και μέχρι το τέλος της Bενετοκρατίας, η Mονή αποτέλεσε κέντρο γραμμάτων και τεχνών. Λειτουργούσε εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων, σχολείο, κέντρο χρυσοκεντητικής και υπήρχε πλούσια βιβλιοθήκη με έργα αρχαίων συγγραφέων. Kατά την Tουρκοκρατία η πνευματική άνθηση της Mονής διακόπηκε. O τουρκικός στρατός την κατέλαβε και τη λεηλάτησε. Ανέλαβε, όμως γρήγορα και οι νέοι κατακτητές της επέτρεψαν, προνομιακά, να χρησιμοποιεί καμπάνες! O πρώτος μητροπολίτης Kρήτης, μετά την αποκατάσταση της ιεραρχίας στο νησί, ο Nεόφυτος Πατελλάρος, ήταν αδελφός της.
Από την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα άρχισε να εξελίσσεται σε αξιόλογη θρησκευτική και εθνική εστία, όπου και διαδραματίσθηκε το δραματικότερο επεισόδιο της μεγάλης Kρητικής Eπανάστασης (1866-1869), το Oλοκαύτωμα του Aρκαδίου, τη νύκτα της 8ης προς την 9η Nοεμβρίου 1866, ένα από εκείνα τα σπάνια γεγονότα, τα οποία λαμπρύνουν την ιστορία του Έθνους και παραμένουν ανεξίτηλα ορόσημα στη μνήμη όλων μας.
H Μονή ανέλαβε και μετά το Oλοκαύτωμά της και συνέχισε την πολλαπλή προσφορά της μέχρι την περίοδο της Kατοχής και της Εθνικής αντίστασης και έως τις μέρες μας. H πρόσφατη ανακήρυξή της σε ευρωπαϊκό μνημείο Ελευθερίας και Πολιτισμού, καθώς και η έναρξη συστηματικών εργασιών για την αναστήλωσή της, τη διαφύλαξη των κειμηλίων και τη λειτουργία της ως τόπου προσευχής και λατρείας, αποτελεί την καλύτερη δικαίωση στη μακρόχρονη ιστορική πορεία και τη συνεχή παρουσία της.
Στο πολύ ενδιαφέρον Εκκλησιαστικό Μουσείο της μπορούμε να δούμε πολλά από τα διασωθέντα κειμήλιά της, το ιερό λάβαρο, εικόνες μεταβυζαντινής κυρίως περιόδου, όπλα της περιόδου της επανάστασης, διάφορα αντικείμενα λατρείας, χρυσοκέντητα άμφια μεγάλης καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας, χειρόγραφους κώδικες, σφραγίδες κ.ά.

ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΡΣΑΝΙΟΥ
H Ι. Μονή Aρσανίου βρίσκεται βόρεια της Ι. Μονής Aρκαδίου, 12 χλμ. ανατολικά του Ρεθύμνου, πάνω σ’ ένα επίπεδο πλάτωμα συνολικής επιφάνειας 10 περίπου στρεμμάτων. Οι πρώτες γνωστές γραπτές μαρτυρίες για την ιστορία της αρχίζουν το 1600. Τότε έγιναν τα εγκαίνια του πρώτου καθολικού της, που τιμάται στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου του μεγαλομάρτυρα.
Το 1654, οκτώ χρόνια μετά την τουρκική επιδρομή και δεκαπέντε χρόνια πριν από την οριστική κατάκτηση της Κρήτης, δέχτηκε το πρώτο πατριαρχικό σιγίλλιο και έγινε σταυροπηγιακή.
Κατά την τελευταία Κρητική επανάσταση (1897-1898) το Aρσάνι έζησε το δικό του ολοκαύτωμα. O ηγούμενος της Μονής Γαβριήλ Kλάδος, σε συμπλοκή με τους Τούρκους, βρήκε ηρωικό θάνατο κοντά στο Άδελε. Ήταν η τελευταία προσφορά της λίγο πριν από την απελευθέρωση της Κρήτης.

H Μονή είχε διαλυθεί το 1900 και είχε μετατραπεί σε Γεωργικό Σταθμό, αλλά το 1903 επανασυστάθηκε και συνέχισε την πολλαπλή προσφορά της. Προσέφερε, μάλιστα και στα Pεθυμνιώτικα Ολοκαυτώματα (1941-1944) τον μοναχό της Δαμιανό Kαλλέργη, τον οποίο εκτέλεσαν οι Γερμανοί στις 3 Ιουνίου 1941 στο Παγκαλοχώρι.
ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΡΟΥΣΤΙΚΩΝ ΡΕΘΥΜΝΗΣ
H Μονή του Προφήτη Ηλία βρίσκεται κοντά στο όμορφο και κατάφυτο χωριό Pούστικα, 21 χλμ. δυτικά του Pεθύμνου.

Φαίνεται πως ήταν μοναστήρι της μεγάλης ρεθυμνιώτικης οικογένειας των Bλαστών. Κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας λειτούργησε στον χώρο της σχολείο, αλλά η Μονή υπέφερε πολύ από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων. Το 1821 πούλησε τους πολύτιμους θησαυρούς της για να αγοράσει όπλα και πυρομαχικά για τους αγωνιστές. Το 1823 καταστράφηκε από τους Τούρκους.
Μετά το 1832 ο νέος ναός καταστράφηκε κατά την επανάσταση του 1866, όταν οι Τούρκοι διανυκτέρευσαν εκεί κατά την προέλασή τους προς το Αρκάδι, αλλά ανοικοδομήθηκε αμέσως. H Μονή διέθετε αξιόλογη βιβλιοθήκη, ένα τμήμα της οποίας καταστράφηκε από τους Τούρκους κι ένα άλλο κλάπηκε, ενώ ένας σημαντικός αριθμός των χειρόγραφων κωδίκων της βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.
ΠΡΕΒΕΛΗ
Η Ιερά Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική Μονή Πρέβελη βρίσκεται στα νότια του Ν. Ρεθύμνης, και υπάγεται στην Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων της οποίας αποτελεί το ιερότερο τμήμα.  Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο πρώτος πυρήνας της Μονής οργανώθηκε στο κτιριακό συγκρότημα του Κάτω Μοναστηριού του Προδρόμου, κατά τη Β’ βυζαντινή περίοδο της Κρήτης, περί το τέλος του 10ου ή τις αρχές του 11ου αιώνα, τότε που τα νότια παράλια της Κρήτης γέμισαν με μικρά και μεγάλα μοναστήρια.
Η παλαιότερη χρονολογία που σχετίζεται με το μοναστήρι είναι του έτους 1594, και είναι χαραγμένη σε μια καμπάνα του μοναστηριού. Η πρώτη ονομασία της Μονής (πριν το 1700), σύμφωνα με την παλαιά ορειχάλκινη σφραγίδα της είναι: «του Μεγάλου Ποταμού κατά την νήσον Κρήτην». Για τη σημερινή ονομασία το πιο πιθανό είναι ότι κάποιος ιερομόναχος με το επώνυμο Πρέβελης, της μεγάλης Ρεθεμνιώτικης οικογένειας των Πρεβέληδων, υπήρξε ο ανακαινιστής του μοναστηριού.
Η θρυλική μορφή του «Φιλικού» Ηγουμένου Μελχισεδέκ Τσουδερού (1803-1823) δεσπόζει κατά τα δύο πρώτα έτη της Επαναστάσεως του 1821. Ο ηρωικός Μελχισεδέκ αφού έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, πληγώθηκε θανάσιμα στο Πολεμάρχι Κισάμου στις 5-2-1823.
Ευθύς μετά τη κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς, στο Μοναστήρι άρχισαν να συγκεντρώνονται στρατιώτες που είχαν αποκλειστεί, Έλληνες, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Άγγλοι, για να διασωθούν τελικά με υποβρύχια στη Μέση Ανατολή από τη περιοχή της Λίμνης και με ενέργειες του ηγουμένου Αγαθαγγέλου. Έτσι και το 1941 το μοναστήρι εκπληρώνει τον ιστορικό του προορισμό, όπως και παλαιότερα.
Στις 25-8-1941 οι Γερμανοί κατέστρεψαν το μοναστήρι και πολλοί μοναχοί οδηγήθηκαν στις φυλακές των Χανίων.

Στα τέλη του 1943 η Μονή είχε αναλάβει τις δυνάμεις της και μπορούσε να ανταποκριθεί και πάλι στο έργο της.
ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ AΤΑΛΗΣ – MΠΑΛΙ
H Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου βρίσκεται στο 33 χλμ. της νέας εθνικής οδού Ρεθύμνου-Ηρακλείου και ένα χλμ. νότια από το σημείο αυτό.
H Μονή υπήρχε από την περίοδο της Bενετοκρατίας, αλλά δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθηκε. Oρισμένα σπαράγματα τοιχογραφιών του καθολικού ανήκουν στον 14ο αιώνα, αλλά η πρώτη γνωστή γραπτή μαρτυρία για την ιστορία της προέρχεται από ένα νοταριακό έγγραφο του 1628, το οποίο μας πληροφορεί ότι η Μονή είχε αδελφότητα, όταν άρχισε η ανοικοδόμησή της. Όμως και το κτηριακό συγκρότημά της διασώζει σημαντικές ενδείξεις για την κατάσταση της Μονής στα μέσα του 17ου αιώνα.
Σε όλη τη διάρκεια του Κρητικού Πολέμου, αλλά και μετά την οριστική κατάκτηση της Κρήτης από  τους Τούρκους, ο όρμος του Mπαλί χρησιμοποιήθηκε από τους Κρητικούς επαναστάτες για πολεμικούς σκοπούς και η Μονή του Τιμίου Προδρόμου βρέθηκε στη δίνη των επαναστάσεων/ Κατά τη μεγάλη Κρητική Επανάσταση (1866-1869) οι επιδρομές των Τούρκων στη Μονή ήταν τακτικές. Το 1866 τη λεηλάτησαν και βεβήλωσαν τους ιερούς χώρους. O μετέπειτα ηγούμενος της Γεράσιμος Πικράκης διακρίθηκε για τον αγώνα του κατά των Τούρκων. Τα κατορθώματά του έγιναν τραγούδι και τραγουδήθηκαν από τους Κρητικούς.
ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΙΣΚΟΥΡΙΟΥ
Το κτηριακό συγκρότημα της Μονής Αγίου Γεωργίου Δισκουρίου είναι φρουριακού τύπου, περιτειχισμένο, με σεβασμό στις παραδοσιακές αρχές της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής.  Δεν γνωρίζουμε πότε οικοδομήθηκε το πρώτο καθολικό, το 1195, όπως αναφέρει η επιγραφή που έχει εντοιχισθεί πάνω από την είσοδό του, ή το 1630. H δεύτερη χρονολογία είναι πλησιέστερη, σε σύγκριση με τις σωζόμενες επιγραφές της Μονής. H παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για την ιστορία της, μετά το 1195, προέρχεται από ένα νοταριακό έγγραφο του 1629. Τον Απρίλιο του 1676, μόλις εξήμισυ χρόνια από την οριστική κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους, η Μονή έλαβε το πρώτο πατριαρχικό σιγίλλιο και έγινε Σταυροπηγιακή.
Κατά την επανάσταση του 1821 η Μονή πυρπολήθηκε από τους Tούρκους και καταστράφηκαν τα κτήρια, ο ναός, η βιβλιοθήκη και το αρχείο της και το χειρότερο σφαγιάστηκαν οι περισσότεροι μοναχοί της. Από τους 20 μοναχούς επέζησαν μόνο δύο, ο ηγούμενος Mελχισεδέκ και ο ιερομόναχος Άνθιμος, οι οποίοι επέστρεψαν και κατοίκησαν στα ερείπια της Μονής.
H συμμετοχή της Μονής στην επανάσταση του 1866-1869 ήταν πολύπλευρη, κυρίως όμως αγωνιστική και φιλανθρωπική, με ηγέτη τον δυναμικό ηγούμενό της Mελχισεδέκ Bαρδιάμπαση. Αντιμετώπισε τους Τούρκους, φιλοξένησε τους εθελοντές του Πετροπουλάκη και περιέθαλψε πολλά γυναικόπαιδα. Το 1875 εκδόθηκε πατριαρχικό επιτίμιο εναντίον όλων εκείνων που διήρπαζαν τις περιουσίες των Μονών Bωσάκου και Xαλέπας.
O Mελχισεδέκ έμεινε ηγούμενος πολλά χρόνια και κατά την επανάσταση του 1878 εξελέγη πληρεξούσιος της επαρχίας Mυλοποτάμου. Στην ίδια επανάσταση διακρίθηκε και ο μοναχός της Mονής, Γαβριήλ Kλάδος, ο οποίος, αργότερα, ως ηγούμενος της Μονής Aρσανίου, σκοτώθηκε κατά την επανάσταση του 1897-1898.
Το 1935 κρίθηκε διατηρητέα. Από το 1998 άρχισε η αναστήλωσή της με γοργούς, μάλιστα, ρυθμούς, αλλά και με την προσοχή που επιβάλλεται για τη διάσωση της αρχιτεκτονικής και του περιβάλλοντος χώρου.
– ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΜΟΝΕΣ
ΜΟΝΗ ΣΩΤΗΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥ «ΚΟΥΜΠΕ»
Η θέση της διακρίνεται σαφέστατα στον θαυμάσιο αναγεννησιακό πίνακα του Ρεθύμνου, που ζωγραφίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα από άγνωστο μέχρι σήμερα ζωγράφο. Δεσπόζει μάλιστα στη δυτική πλευρά του λόφου, πάνω ακριβώς από την πηγή του νερού στην περιοχή του Κουμπέ. Επομένως στις αρχές του 17ου αιώνα η Μονή είχε ιδρυθεί. Εάν επρόκειτο για την πρώτη ίδρυση της, ο βίος της ήταν σύντομος, αφού καταστράφηκε εντελώς το 1646, όταν οι Τούρκοι κατέκτησαν το Ρέθυμνο.

Ανοικοδομήθηκε και επαναλειτούργησε ως γυναικεία Μονή μόλις το 1935. Το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μονής περιλαμβάνει τη βιβλιοθήκη του μακαριστού μητροπολίτη Τίτου Συλλίγαρδάκη (1970-1987), καθώς και πολλά ενθυμήματα του.
ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
Η μονή της Αγίας Ειρήνης βρίσκεται στους πρόποδες του Βρύσινα, πάνω σ’ έναν βράχο, κοντά στον ομώνυμο οικισμό, 5 χλμ. νότια του Ρεθύμνου. Συμφωνά με τις πήγες είναι ένα από τα παλαιότερα μοναστήρια της Κρήτης. Η πρώτη γραπτή πηγή, που μαρτυρεί την υπαρξή της, προέρχεται από ένα βενετσιάνικο έγγραφο του 1362. Ο περιηγητής F. W. Sieber τη μνημονεύει το 1817 μεταξύ των Κρητικών μοναστη¬ριών. Μετά την επανάσταση του 1821, η Μονή οδηγήθηκε σε συρρίκνωση και η αδελφότητα της περιορίστηκε σε έναν ή δύο μονάχους. Στα χρόνια που ακολούθησαν η μονή υπέστη μεγάλες καταστροφές.
Η αναστήλωση στηρίχθηκε σε ορισμένες βασικές αρχές της μοναστηριακής αρχιτεκτονικής, προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του χώρου και των λατρευτικών συνηθειών.
ΣΠΗΛΑΙΑ
ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
ΙΔΑΙΟΝ ΑΝΤΡΟ
«Ψηλά, στα 1.498,9 μ. το κρητικότατο των κρητικών βουνών περιέκλεισε στα σπλάχνα του, σε μια σπηλιά, ένα σπουδαίο τμήμα της κρητικής ιστορίας. Ο μύθος της γέννησης και ανατροφής του Δία από τη Ρέα, με τις χαρακτηριστικές του λεπτομέρειες για την κατάποση της σπαργανωμένης πέτρας από τον Κρόνο, την κρούση των ασπίδων από τους Κουρήτες, καθώς και την τροφό αίγα Αμάλθεια, έθρεψε γενεές πανελλήνων προσκυνητών. Δύο μεγάλες ανασκαφές στο Ιδαίον Άντρο το 1885 και εκατό χρόνια αργότερα το 1982-85 βεβαίωσαν την ένταση της λατρείας σ’ αυτή τη Βηθλεέμ της αρχαιότητας» αναφέρει ο αρχαιολόγος  Καθηγητής Γιάννης Σακελλαράκης.
Ακόμη υπογραμμίζει «Οι περίφημες χάλκινες ασπίδες του Ιδαίου Άντρου συγκαταλέγονται ανάμεσα στα εκλεκτότερα έργα τέχνης του αρχαίου κόσμου. Πολλές είναι οι εισαγωγές από την Αίγυπτο και τη συροπαλαιστινιακή ακτή, αλλά και βαθύτερα από την Ανατολή. Τεχνίτες από τη βόρεια Συρία εργάσθηκαν για την κατασκευή του ελεφάντινου θρόνου του Δία, που κατά την παράδοση είδε ο Πυθαγόρας. Χιλιάδες προσκυνητές κράτησαν στο χέρι τους λυχνάρια που κατασκευάσθηκαν σε ποικίλα κρητικά εργαστήρια, αλλά και σε άλλα της Κορίνθου, της Αττικής, της Ιταλίας και της Αιγύπτου. Στο Ιδαίον Άντρο η ζωή αρχίζει στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ., στα ύστερα νεολιθικά χρόνια και συνεχίζεται από τότε αδιάσπαστη. Όπως είναι φυσικό, η λατρεία έχει ξεχωριστές περιόδους ακμής στην υστερομινωική (ΥΜ I) περίοδο, τον 16ο αι. π.Χ., τα γεωμετρικά χρόνια, τον 8ο αι. π.Χ. και τα ρωμαϊκά χρόνια.
Ακόμη και την εποχή του Ιουλιανού του Παραβάτη κάποιος Πλούταρχος επαίρεται γιατί μυήθηκε στα μυστήρια του Ιδαίου Άντρου. Στη δεύτερη χιλιετία π.Χ., αποδέκτης της λατρείας είναι ο μινωικός Θεός της βλάστησης, που πεθαίνει και γεννιέται κάθε χρόνο. Γι’ αυτό και ο διάδοχός του, ο Κρηταγενής Δίας, αν και για όλους τους Έλληνες είναι αθάνατος, για τους Κρήτες όμως πεθαίνει κάθε χρόνο στο Ιδαίον Άντρο και ξαναγεννιέται. Όπως πρέπει για τον τόπο, που το χειμώνα σβήνει κάθε ίχνος ζωής, για να ξαναζωντανέψει πάλι την άνοιξη».
ΣΠΗΛΑΙΟ ΜΕΛΙΔΟΝΙΟΥ
Οι αδερφοί Μελιδόνη, ξακουστοί οπλαρχηγοί, με προεξάρχοντα τον Αντώνη, γεννήθηκαν στο παραδοσιακό χωριό Μελιδονίου. Τον Οκτώβριο του 1897, εδώ συνήλθε η επαναστατική Κρητική Συνέλευση και αποδέχθηκε, με ψήφισμα, την αυτονομία που χορηγήθηκε στο νησί μας. Στο πλευρό του Εθνάρχη Ελευθέριου Κυριάκου Βενιζέλου, θα βρούμε Μελιδωνιώτες που παλεύουν για Ένωση της Κρήτης με τη Μάνα Ελλάδα. Βορειοδυτικά από το Μελιδόνι, σε μια πλαγιά βρίσκεται το ονομαστό «Σπήλαιο του Μελιδονίου», που ήταν τόπος λατρείας του Ερμή, του Δία και του Τάλω.
Τον Οκτώβριο 1823 ο Χουσεϊν Μπέης, συνεχίζοντας το έργο της καταστροφής και της ερήμωσης στην Κρήτη, μετά το θάνατο του Χασάν – Πασά, μεταφέρεται από το Ηράκλειο στην Επαρχία Αυλοποτάμου (Μυλοποτάμου) και στρατοπεδεύει στο Μελιδόνι, γιατί ξέρει πως το Μελιδόνι είναι γερή «καντονάδα» του απελευθερωτικού αγώνα.

Και πριν φτάσουν καλά-καλά οι αλλόθρησκοι, τριακόσια εβδομήντα (370) γυναικόπαιδα και τριάντα (30) οπλοφόροι παίρνουν το δρόμο για το σπήλαιο, που η κατοπινή θυσία τους έμελλε να προσδώσει μεγάλο ιστορικό βάρος στο Μελιδόνι και να ανέβει η δόξα του μέχρι τον ουρανό.
Ο δαίμονας του αφανισμού, πληροφορείται, τυχαία, τη «μάζωξη» των Χριστιανών στο σπήλαιο και προσπαθεί να τους ξεγελάσει, να παραδοθούν. Ο Χουσεϊν εξαγριώνεται και ορμά σαν λυσσασμένος σκύλος, πάνω στους αθώους. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι αντέχουν, δεν το βαστά η καρδιά τους να σηκώσουν τα χέρια. Πάνω από τρεις μήνες, ζουν μέσα στο σπήλαιο, κάτω από πανάθλιες συνθήκες, κάτω από συνθήκες που δεν μπορεί το μελάνι να περιγράψει. Όμως δε λυγούν, η δύναμη της ψυχής νικά τα πάντα.
«Ο Χουσεϊν επί τρεις μήνας επολιόρκει κανονιοβολών, βομβιλίζων και εφόδους ποιούμενος», γράφει ο Πανεπιστημιακός ιστορικός Γεώργιος Κρέμος, στο έργο του «Χρονολογία της Ελληνικής Ιστορίας 1453-1830».
Όσο περνά ο καιρός, τόσο ο κακός δαίμονας της Κρήτης, που ονομάζεται Χουσεϊν Μπέης, «γρίκα να σκάσει» κατά την Κρητική τοπολαλιά και βάζει στο νου του να κάψει ζωντανούς τους μαχητές της λευτεριάς.
|Τρυπά το δώμα του Σπήλιου και ρίχνει μέσα -εκεί που κοιμούνται ξέγνοιαστα αθώα παιδιά- λαδωμένα πανιά κι άλλες ύλες που ανάβουν εύκολα, κλαδιά, κορμούς δένδρων, άχερα, φρύγανα και όταν ο αέρας στάθηκε ευνοϊκός, φυσώντας προς το μέρος που τρυπούσαν το σπήλαιο, τα άναψαν για να ολοκληρώσουν το σατανικό τους σχέδιο. Δημιουργείται τέτοια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που δε γλιτώνει ούτε ένα από τα δυστυχή αυτά πλάσματα, γιατί «κρούβγονται» από το πολύ καπνό.
Στις 24 Ιανουαρίου 1824 η γενοκτονία έχει συντελεσθεί.
ΠΑΤΣΟΥ
Βρίσκεται ένα χιλιόμετρο βορειοδυτικά του χωριού Πατσός Αμαρίου, που απέχει από το Ρέθυμνο 31 χιλιόμετρα. Η τοποθεσία του σπηλαίου, στη βουνοπλαγιά του κατάφυτου φαραγγιού του Πατσού.
Κατά τη μινωική εποχή λατρευόταν άγνωστη θεότητα. Στους μεταμινωικούς χρόνους λατρευόταν ο Κραναίος Ερμής, όπως φανερώνει αναθηματική επιγραφή που βρέθηκε εκεί και χρονολογείται από τον 1ο π.Χ. αιώνα.
Το υποβλητικό περιβάλλον, η απομόνωση και η γραφικότητα του τοπίου έκαναν τους κατοίκους των γύρω χωριών να αλλάξουν τη λατρευτική χρήση του σπηλαίου. Έτσι στο χώρο που λατρευόταν ο Ερμής έγιναν ορισμένες διαμορφωτικές επεμβάσεις και από τον 16ο αιώνα τιμάται ο Άγιος Αντώνιος. Λειτουργεί μάλιστα ως μεγάλο προσκύνημα και ακούγεται ως σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου.

Πηγή Περιοδικό Ην-Ων 20ο τεύχος 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ

Facebooktwitterpinterestlinkedinmail